Πρώτες στην Ευρώπη οι ελληνικές φράουλες

Η φετινή αναμένεται να είναι μια καλή χρονιά για τη φράουλα κυρίως χάρη στην κατάσταση των φυτών, τα οποία είναι γερά και αναπτύσσονται γρήγορα

-Διαφήμιση-

Στις αγορές της Νότιας Ευρώπης βρίσκονται εδώ και μερικές ημέρες οι ελληνικές φράουλες Fortuna, οι οποίες κέρδισαν και φέτος το στοίχημα της πρωιμότητας, φτάνοντας πρώτες στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με τον παραγωγό και εξαγωγέα φράουλας από την Ηλεία Δημήτρη Τακτικό, φέτος προμηνύεται μια καλή χρονιά για τη φράουλα, όχι τόσο λόγω της πρωιμότητάς της, αλλά κυρίως χάρη στην κατάσταση των φυτών, τα οποία φέτος είναι γερά και αναπτύσσονται πολύ γρήγορα.

«Χάρη στις επίμονες προσπάθειες και των γεωτεχνικών της Berryplasma, τα φυτά είναι πλέον πιο υγιή και αποδίδουν περισσότερο, ενώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο η θνησιμότητά τους ξεπέρασε το 40%», τόνισε ο κ. Τακτικός και πρόσθεσε: «Πέρυσι, είχαμε 5 εκατ. ρίζες και φέτος έχουμε 15 εκατ. ρίζες. Πετύχαμε την πρωιμότητα, παρά το γεγονός ότι οι καιρικές συνθήκες και η παρατεταμένη ζέστη δεν βοήθησαν, καταφέραμε την αύξηση της παραγωγής των φυτών, ενώ πλησιάζουμε και τον στόχο για παραγωγή ενός τόνου φράουλας το στρέμμα μέχρι τα Χριστούγεννα». Όπως ανέφερε ο κ. Τακτικός, αυτή την περίοδο υπάρχει έντονη κινητικότητα στα χωράφια, όπου αναμένεται την ερχόμενη εβδομάδα να ξεκινήσει εντατικότερα η συγκομιδή της φράουλας.

«Την προηγούμενη εβδομάδα, στείλαμε μισό φορτηγό φράουλες στην Πολωνία. Αυτή την εβδομάδα, ετοιμάζουμε ένα φορτηγό και από την ερχόμενη εβδομάδα θα φεύγουν δύο-δύο τα φορτηγά», επεσήμανε.

Παραγωγή σε 30 ημέρες

Από την πλευρά του, ο Φάνης Παπανικολόπουλος, υπεύθυνος γεωπόνος της Berryplasma, τόνισε πως επιτεύχθηκε η αύξηση της παραγωγικότητας των φυτών, τα οποία μάλιστα ανθοφόρησαν πριν ακόμα φυτευτούν στα χωράφια.

«Από την ώρα που φυτεύονται στα χωράφια χρειάζονται μόνο 25-30 ημέρες για να γίνει η παραγωγή», υπογράμμισε ο κ. Παπανικολόπουλος, τονίζοντας παράλληλα πως καταφέραμε να είμαστε οι πρώτοι στη Νότια Ευρώπη πριν από τα θερμοκήπια της Ολλανδίας και του Βελγίου και πριν ανοίξει η αγορά της Μέσης Ανατολής εξαιτίας της μεγάλης προσπάθειας που έχουν καταβάλει τόσο οι γεωπόνοι όσο και οι παραγωγοί της περιοχής, οι οποίοι πλέον προσαρμόζονται καλύτερα στα νέα δεδομένα.