Πτώση 37% στην παραγωγή σιτηρών της ΕΕ μέσα σε 11 χρόνια

Μόλις το 1% των εκμεταλλεύσεων ξεπερνά τα 1.000 στρέμματα - Εισαγωγές 228 εκατ. ευρώ, εξαγωγές μόλις 49 εκατ.
06/11/2026
7' διάβασμα
ptosi-37-stin-paragogi-sitiron-tis-ee-mesa-se-11-chronia-388327

Το σιτάρι, το κριθάρι και το καλαμπόκι μπορεί να μην πρωταγωνιστούν στις ελληνικές εξαγωγές, αποτελούν όμως τη βάση πάνω στην οποία στηρίζονται ολόκληρες αλυσίδες της μεταποίησης, από τη μακαρονοποιία και την αρτοποιία έως τη ζυθοποιία.

Σύμφωνα με τη μελέτη της fi-compass, της συμβουλευτικής πλατφόρμας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για τα χρηματοδοτικά εργαλεία της ΕΕ, τα σιτηρά στην Ελλάδα το 2024 αντιστοιχούσαν στο 4,4% της συνολικής αγροτικής αξίας, ενώ κάλυπταν σχεδόν το ένα τέταρτο της καλλιεργούμενης γης. Το αποτύπωμά τους, μάλιστα, διευρύνθηκε, με το μερίδιο των εκτάσεων να φτάνει το 26% το 2024, από 23% που ήταν ως γενικότερη αναλογία.

Στην παραγωγή κυριαρχεί το σκληρό σιτάρι, με τη Μακεδονία να αποτελεί το βασικό κέντρο καλλιέργειας. Η σημασία των σιτηρών είναι ακόμη πιο έντονη σε ορισμένες περιφέρειες: στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη αντιπροσωπεύουν το 20,2% της αγροτικής παραγωγής, ενώ στη Θεσσαλία το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 10,1%.

Η εικόνα της πρωτογενούς παραγωγής όμως είναι δυσοίωνη. Η παραγωγή έπεσε από 4,9 σε 3 εκατ. τόνους μεταξύ 2013 και 2024, δηλαδή κατά 37%. Συγκρίνοντας τους μέσους όρους 2010–13 και 2021–24, η καλλιεργούμενη έκταση μειώθηκε κατά 27%, η παραγωγή κατά 34% και οι αποδόσεις κατά 10%. Η μελέτη της fi-compass εκτιμά ότι οι αποδόσεις είναι στο 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και στο 60% των πιο αποδοτικών χωρών, όπως η Δανία. Την περίοδο 2021–2024 υπήρξε μικρή ανάκαμψη, μόλις 1,4%.

Η μάστιγα του μικρού κλήρου

Σύμφωνα μα τα στοιχεία της fi-compass, στη χώρα υπάρχουν περίπου 118.000 εκμεταλλεύσεις σιτηρών και το 90% έχει έκταση κάτω των 30 εκταρίων. Το 34% είναι κάτω των 5 εκταρίων, το 56% από 5 έως 30, το 9% από 30 έως 100 και μόλις το 1% πάνω από 100. Σχεδόν οι μισοί παραγωγοί έχουν οικονομικό μέγεθος κάτω από 4.000 ευρώ τον χρόνο. Πρόκειται συχνά για παραγωγούς μερικής απασχόλησης, ηλικιωμένους ή συνταξιούχους, που συνεχίζουν για την οικογενειακή γη και το συμπληρωματικό εισόδημα.

Ο πληθυσμός γερνά: το 61% των αγροτών είναι άνω των 55 ετών. Η ηλικία συνδέεται με χαμηλό επίπεδο χρηματοοικονομικής παιδείας και δυσκολία στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Τα κόστη, από την άλλη, εκτοξεύονται. Οι τιμές των λιπασμάτων αυξήθηκαν 53,57% το 2022 και 5,93% το 2023, ενώ στην ΕΕ υποχώρησαν 22,51% το 2023. Οι αγρότες εξαρτώνται πλήρως από το πετρέλαιο για τα τρακτέρ τους.

Ισχυροί έμποροι, αδύναμοι παραγωγοί

Σύμφωνα με την ίδια μελέτη, τα μικρά κτήματα πουλούν κυρίως σε ιδιώτες εμπόρους και χονδρεμπόρους, που συγκεντρώνουν την παραγωγή από πολλά κτήματα και την προωθούν στους μύλους, στις βιομηχανίες ζωοτροφών ή στους εξαγωγείς. Οι συναλλαγές γίνονται συχνά άτυπα, με βάση την εμπιστοσύνη και τη μακρά γνωριμία, και συνήθως τοις μετρητοίς, εκτός τραπεζικού συστήματος. Η διαπραγματευτική δύναμη των μικρών παραγωγών είναι ελάχιστη, ενώ οι έμποροι και οι μύλοι επιβάλλουν υψηλά πρότυπα ποιότητας και δημιουργούν χάσμα ανάμεσα στην τιμή στο χωράφι και στην τιμή στην πύλη της βιομηχανίας. Οι τιμές του σκληρού και του μαλακού σιταριού καθορίζονται από τη διεθνή αγορά. Οι εγχώριες ποσότητες, αν και σημαντικές για τα ζυμαρικά, δεν είναι απαραίτητες για τους μεταποιητές, οι οποίοι έτσι έχουν μικρό κίνητρο να στηρίξουν τους μικρούς προμηθευτές.

Οι συλλογικές δομές είναι ισχνές. Το 2025 δραστηριοποιούνταν 122 ομάδες παραγωγών και μία οργάνωση παραγωγών, με 1.235 μέλη, περίπου το 1% των εκμεταλλεύσεων. Το μερίδιο της παραγωγής που διακινείται συλλογικά υπολογίζεται από 5–8% έως 15–20%, ανάλογα με την πηγή. Οι μεσαίοι και μεγάλοι παραγωγοί, πάνω από 30 εκτάρια, ανήκουν συνήθως σε συνεταιρισμούς και διαθέτουν αποθήκες, που τους δίνουν λόγο στις τιμές.

Ο μύλος που μεγαλώνει

Στην άλλη άκρη της αλυσίδας, η μεταποίηση είναι συγκεντρωμένη και ισχυρή. Περίπου 30–40 μύλοι παράγουν 700.000 έως 900.000 τόνους αλεύρι τον χρόνο και το 80% της επεξεργασίας γίνεται από δέκα ιδιωτικές εταιρείες. Ο κλάδος αναπτύσσεται 2–3% τον χρόνο. Στα ονόματα της αγοράς συγκαταλέγονται οι Λούλης, Barilla Hellas, Μέλισσα Κίκιζας και η Αθηναϊκή Ζυθοποιία. Οι εταιρείες αυτές έχουν εύκολη πρόσβαση σε κεφάλαια και επενδύουν σε τεχνολογία και περιβαλλοντική συμμόρφωση χωρίς ειδικά χρηματοδοτικά εργαλεία.

Την ίδια στιγμή η αγορά είναι εξαρτημένη από εισαγωγές, ιδίως για το κοινό σιτάρι και το καλαμπόκι. Οι εισαγωγές ανέρχονται κατά μέσο όρο σε 227,9 εκατ. ευρώ τον χρόνο (2020–2024), ενώ οι εξαγωγές σε 49 εκατ. Το σκληρό σιτάρι αντιστοιχεί στο 71% των εξαγωγών και φεύγει κυρίως όταν η εγχώρια αγορά δεν απορροφά το πλεόνασμα.

Η εξαίρεση του κριθαριού

Υπάρχει ωστόσο και ένα μοντέλο που λειτουργεί. Στο βυνοποιήσιμο κριθάρι της Μακεδονίας και της Θράκης η συμβολαιακή γεωργία έχει αφαιρέσει τους μεσάζοντες. Οι αγρότες καλλιεργούν επιλεγμένες ποικιλίες, που αναπτύσσονται σε συνεργασία με το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 2008, και πουλούν απευθείας στις ζυθοποιίες, με προσυμφωνημένες τιμές και τεχνική υποστήριξη.

Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία καλύπτει με συμβόλαια το 20–30% της έκτασης του κριθαριού και συνεργάζεται με περίπου 2.500 μικροπαραγωγούς, ενώ η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης παράγει 13.000–14.000 τόνους από 2.500–3.000 εκτάρια. Περίπου το 30% του κριθαριού καταλήγει στη ζυθοποιία και το υπόλοιπο, μαζί με το καλαμπόκι, σε ζωοτροφές.

Κλίμα

Η κλιματική κρίση πιέζει ακόμη περισσότερο. Ξηροί χειμώνες, υψηλές θερμοκρασίες την άνοιξη και ακραία φαινόμενα, όπως ο «Daniel» στη Θεσσαλία το 2023, έχουν μειώσει τις αποδόσεις. Πολλοί αγρότες δεν έχουν αποζημιωθεί ακόμη. Οι αγρότες υποστηρίζουν ότι μόνο όσοι μπορούν να αρδεύσουν πετυχαίνουν επαρκείς σοδειές. Η πράσινη μετάβαση δεν είναι προτεραιότητα για τους παραγωγούς, γιατί θεωρούν την καλλιέργεια χαμηλής επιβάρυνσης και ενταγμένη ήδη στην αμειψισπορά.