Συνέδριο Αειφορικής και Βιώσιμης Γεωργίας: Νέα εργαλεία για τη μείωση του κόστους παραγωγής μέσω ευφυούς γεωργίας

Χρήσιμα συμπεράσματα για τα θεμέλια μιας βιώσιμης, ανθεκτικής και καινοτόμου γεωργίας προέκυψαν στο Συνέδριο Αειφορικής και Βιώσιμης Γεωργίας, που πραγματοποιήθηκε στον πολυχώρο JOIST στη Λάρισα από τον ΕΛΓΟ Δήμητρα και το Εργαστήριο Δικτύων & Τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (NitLab), με σύμβουλο διοργάνωσης τη Spirito και κεντρικό θέμα «Καινοτομία, Ανθεκτικότητα και Προοπτικές».
Τα εργαλεία υπάρχουν και οι αγρότες πρέπει να τα αξιοποιήσουν για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί, ενώ η έρευνα οφείλει να παραμείνει στοχευμένη στα κλιματικά δεδομένα και στα χαρακτηριστικά των ελληνικών προϊόντων, τα οποία πρέπει να δώσουν έμφαση στην ποιότητα και την ασφάλεια, ώστε να διατηρήσουν τη θέση τους στις αγορές. Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα της πρώτης ενότητας του Συνεδρίου.
Οι ομιλητές έδωσαν έμφαση στα νέα εργαλεία που στοχεύουν στη μείωση του κόστους παραγωγής μέσω της ευφυούς γεωργίας και της γεωργίας ακριβείας, καθώς και στην ανάγκη διάχυσης της έρευνας σε συνεργατικά σχήματα παραγωγών, ώστε να μπορούν να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες, όπως δορυφορικές απεικονίσεις, drones, ρομποτική για τη συλλογή προϊόντων, καθώς και πρακτικές και εφαρμογές εξοικονόμησης νερού, λιπασμάτων και δραστικών ουσιών.
Καινοτόμες καλλιέργειες
Με έμφαση στις καινοτόμες καλλιέργειες της κινόα και του tritordeum πραγματοποιήθηκε το δεύτερο πάνελ του Συνεδρίου, το οποίο συντόνισε ο δημοσιογράφος της «ΥΧ» Γιάννης Σάρρος. Στο πάνελ συμμετείχαν ακαδημαϊκοί και επαγγελματίες του αγροτικού χώρου, οι οποίοι ανέδειξαν τη σημασία των νέων καλλιεργητικών επιλογών στο σύγχρονο αγροτικό περιβάλλον.
Ο δρ. Δημήτρης Μπιλάλης, καθηγητής Βιολογικής Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στην τοποθέτησή του αναφέρθηκε εκτενώς στα περιβαλλοντικά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η γεωργία, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη προσαρμογής των καλλιεργειών στην κλιματική αλλαγή. Παράλληλα, συνέδεσε τον ρόλο των καινοτόμων καλλιεργειών με τη Νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική, όπως αυτή διαμορφώνεται την επόμενη περίοδο, επισημαίνοντας ότι η βιωσιμότητα αποτελεί πλέον βασικό πυλώνα των ευρωπαϊκών πολιτικών.
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η τοποθέτηση της δρ. Εύης Τίγκα, επίκουρης καθηγήτριας Εφαρμοσμένης Γεωργίας και Βιώσιμων Αγροτικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Η ομιλήτρια παρουσίασε αγροτικά συστήματα που μπορούν να ενταχθούν αποτελεσματικά στις νέες κατευθύνσεις της ΚΑΠ, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην καλλιέργεια του tritordeum ως εναλλακτική λύση με σημαντικές παραγωγικές και οικονομικές προοπτικές.
Ακολούθησε η παρέμβαση του Κώστα Ανατολίτη, γεωπόνου της Alpha Seeds, ο οποίος ανέλυσε τα ιδιαίτερα διατροφικά χαρακτηριστικά του tritordeum, καθώς και τα οφέλη που μπορεί να προσφέρει στους παραγωγούς, τόσο σε επίπεδο απόδοσης όσο και σε επίπεδο εμπορικής αξιοποίησης.
Τέλος, ο Θανάσης Μούσιος, παραγωγός κινόα, παρουσίασε την προσωπική του εμπειρία από την καλλιέργεια του φυτού τα τελευταία τέσσερα χρόνια, υποστηρίζοντας ότι η κινόα μπορεί να εξελιχθεί από εναλλακτική σε κύρια καλλιέργεια, αντικαθιστώντας σε μεγάλο βαθμό παραδοσιακές επιλογές, όπως τα σιτηρά. Όπως τόνισε, πρόκειται για μια καλλιέργεια που έρχεται από το μέλλον, προσφέροντας σημαντικά οφέλη στη διατροφή, στο περιβάλλον και στη βιώσιμη ανάπτυξη του αγροτικού τομέα.
Το τρίτο πάνελ είχε ως επίκεντρο τα όσπρια, την αμειψισπορά και τη σύνδεση έρευνας – εδάφους – αγοράς, με τους ομιλητές να καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα όσπρια δεν αποτελούν απλώς μια εναλλακτική καλλιέργεια, αλλά έναν κρίκο που ενώνει τη βιώσιμη γεωργία, τα υγιή εδάφη και την ποιοτική διατροφή — υπό την προϋπόθεση ότι η έρευνα φτάνει έγκαιρα στο χωράφι.
Το τέταρτο πάνελ εστίασε στα αειφορικά συστήματα γεωργικής παραγωγής και στον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αξιοποιηθούν από τους παραγωγούς, ώστε τα προϊόντα τους να αποκτήσουν προστιθέμενη αξία. Παράλληλα, έγινε αναφορά στον καθοριστικό ρόλο της εκπαίδευσης, τόσο για τη νέα γενιά όσο και γενικότερα, με στόχο την καλύτερη κατανόηση και άσκηση του αγροτικού επαγγέλματος, αλλά και τη στήριξη της ποιότητας ζωής και της διατροφικής μας αλυσίδας.









