Τεράστια εθνικά οφέλη από μία μικρή κυβερνητική υποστήριξη στα βιολογικά οπωροκηπευτικά

Μια νέα έκθεση της βρετανικής συμμαχίας για τα τρόφιμα και τη γεωργία Sustain, βασισμένη σε πιλοτικές εφαρμογές προγράμματος σε διάφορες περιοχές της χώρας, έρχεται να αναδείξει τα πολλαπλά οφέλη που μπορεί να αποφέρει στην οικονομία, την κοινωνία, την υγεία των καταναλωτών, αλλά και στον ίδιο τον τομέα των βιολογικών, μία μικρή οικονομική στήριξη από πλευράς κυβέρνησης στα φρέσκα βιολογικά φρούτα και λαχανικά.
Βασιζόμενη σε εννέα πιλοτικές εφαρμογές της τελευταίας τριετίας ενός προγράμματος που «έτρεξε» σε διάφορες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου, η ομώνυμη έκθεση «Γεφυρώνοντας το χάσμα – Bridging the Gap» δείχνει ότι η σύνδεση των βιολογικών και βιώσιμα καλλιεργούμενων προϊόντων από μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις με νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος μπορεί να αποφέρει 8,78 λίρες Αγγλίας σε κοινωνική αξία για κάθε 1 λίρα δημόσιας επένδυσης, σε συνδυασμό με 1,10 λίρες από τη συνδρομή των αγοραστών.
Το πρόγραμμα «Bridging the Gap», χρηματοδοτούμενο από το National Lottery Community Fund, πραγματοποίησε εννέα πιλοτικές εφαρμογές σε Αγγλία, Σκωτία, Ουαλία και Βόρεια Ιρλανδία μεταξύ 2022 και 2025 και βάσει των αποτελεσμάτων που δημοσιεύονται, τα εν λόγω προϊόντα έφτασαν σε 2.500 νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος και 75.000 μαθητές, ενώ παρήγαγαν μετρήσιμες αποδόσεις σε βελτιώσεις υγείας, τοπική οικονομική ανάπτυξη και μειώσεις εκπομπών. Σύμφωνα με όσα αναφέρει το δίκτυο Sustain και με βάση τα μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν από το Πανεπιστήμιο του Πόρτσμουθ και το Κέντρο Βιολογικών Ερευνών κατά την ανάλυση, η ανταποδοτικότητα του προγράμματος εξειδικεύεται σε 3,11 λίρες σε καλύτερη υγεία, 3,94 λίρες σε ισχυρότερες κοινότητες, 1,44 λίρες στην τοπική οικονομική ανάπτυξη και 0,29 λίρες σε οφέλη για το κλίμα και τη φύση.
Ο μηχανισμός του προγράμματος ήταν άμεσος, όπως αναφέρει ο βρετανικός Τύπος, επικαλούμενος τα στοιχεία, καθώς η επιδότηση κατευθύνθηκε στο χάσμα τιμής 25%-50% μεταξύ βιολογικών και συμβατικών προϊόντων, ενώ επιχειρήθηκε η σύνδεση μικρών και μεσαίων βιοκαλλιεργητών με το τοπικό λιανεμπόριο, τις λαϊκές αγορές, τους συνεταιρισμούς τροφίμων και τις σχολικές κουζίνες. Δημιουργήθηκε σταθερή ζήτηση μέσω καταστημάτων, σχολικών γευμάτων και προγραμμάτων κουπονιών. Αυτό διατήρησε την κυκλοφορία των χρημάτων σε τοπικό επίπεδο και εξασφάλισε δίκαιες τιμές για τους παραγωγούς, ενισχύοντας παράλληλα τις τοπικές αγορές. Επιπλέον, οι καταναλωτές έτρωγαν καλύτερα, ένιωθαν πιο υγιείς και πιο συνδεδεμένοι με τον τόπο τους. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στην έκθεση, επειδή τα τρόφιμα ήταν βιολογικά και προέρχονταν από την περιοχή, το περιβαλλοντικό τους αποτύπωμα μειώθηκε.
Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία, ο βρετανικός φορέας υπογραμμίζει ότι χρειάζονται μέτρα για την ανάπτυξη του τομέα των φρούτων και λαχανικών, καθώς και των οσπρίων, τα οποία επικεντρώνονται σε τρεις κατευθύνσεις:
1. Ενίσχυση της εθνικής παραγωγής, με επέκταση της προσφοράς μέσω συντονισμένων στρατηγικών και στοχευμένης στήριξης των μικρών παραγωγών και των βιοκαλλιεργητών.
2. Αποκατάσταση της διασύνδεσης, με επενδύσεις στις τοπικές υποδομές που απαιτούνται για τη μεταφορά των προϊόντων από το χωράφι στην αγορά και ενίσχυση των κανόνων της αλυσίδας εφοδιασμού για τη διασφάλιση δίκαιων τιμών.
3. Βελτίωση της πρόσβασης για όλους, με χρήση κονδυλίων από τον κρατικό προϋπολογισμό (5 δισ. λιρών) για τη διατροφή σε δημόσιες δομές (π.χ. σχολεία, νοσοκομεία), για τη δημιουργία εγγυημένων αγορών και προγραμμάτων, που διευκολύνουν την πρόσβαση σε υγιεινά τρόφιμα για νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.










