Το Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα και ο Μηχανισμός Άνθρακα

Όταν η περιβαλλοντική πολιτική συναντά το κόστος παραγωγής
28/02/2026
8' διάβασμα
to-schedio-drasis-gia-ta-lipasmata-kai-o-michanismos-anthraka-374062

Η ανάδειξη του ζητήματος των λιπασμάτων από την Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της συζήτησης για την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της αγροδιατροφικής αλυσίδας, επαναφέρει ένα θέμα όχι τεχνικό ή συγκυριακό, αλλά κατεξοχήν στρατηγικό.

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Από το 2026 τίθεται σε πλήρη εφαρμογή ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα για τα λιπάσματα –γνωστός και ως CBAM– ενώ την ίδια περίοδο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει το Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα, με στόχο τη διαφάνεια της αγοράς, τη διασφάλιση επάρκειας και προσιτότητας και τη σταδιακή μείωση στρατηγικών εξαρτήσεων.

Η Ευρώπη καλείται, συνεπώς, να διαχειριστεί ταυτόχρονα δύο αλληλένδετες επιδιώξεις: τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος και τη διατήρηση της παραγωγικής της βάσης. Το ερώτημα είναι αν ο συγχρονισμός αυτών των παρεμβάσεων επιτρέπει ομαλή προσαρμογή ή αν δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις σε μια ήδη ευαίσθητη αγορά. Από το σημείο αυτό και μετά, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη βιομηχανία λιπασμάτων, αλλά αγγίζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής και ιδίως της ελληνικής γεωργίας.

Τι είναι ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα, ο οποίος από το 2023 εφαρμόζεται σε μεταβατική φάση. Πρόκειται για το ευρωπαϊκό εργαλείο, που επιβάλλει σταδιακά κόστος άνθρακα σε ορισμένα εισαγόμενα προϊόντα, μεταξύ αυτών τα αζωτούχα λιπάσματα, ώστε να εξισώσει το ανθρακικό κόστος μεταξύ παραγωγής εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών.

Κατά τη μεταβατική περίοδο ισχύουν υποχρεώσεις αναφοράς στοιχείων, ενώ από το 2026 ξεκινά η πλήρης οικονομική εφαρμογή, δηλαδή η υποχρέωση αγοράς πιστοποιητικών άνθρακα για τις σχετικές εισαγωγές.

Η στόχευση του μέτρου είναι σαφής: αποτροπή της «διαρροής άνθρακα» και διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού. Ωστόσο, όπως κάθε ρυθμιστική παρέμβαση που επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής, η αποτελεσματικότητά του θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη λειτουργικότητα και την προβλεψιμότητα της εφαρμογής του.

Εκεί ακριβώς εντοπίζεται το ουσιαστικό ερώτημα: Όχι αν ο μηχανισμός είναι θεμιτός, αλλά αν μπορεί να λειτουργήσει με επαρκή σταθερότητα σε μια αγορά, που ήδη προσαρμόζεται.

Μια αγορά ήδη σε φάση προσαρμογής

Η εφαρμογή του μηχανισμού άνθρακα δεν λαμβάνει χώρα σε ουδέτερο οικονομικό περιβάλλον. Τα τελευταία χρόνια η αγορά λιπασμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ήδη σε διαδικασία προσαρμογής.

Η χρήση ανόργανων λιπασμάτων έχει μειωθεί περίπου κατά 20% την περίοδο 2017-2023, ενώ η κατανάλωση αζωτούχων λιπασμάτων διαμορφώθηκε το 2023 σε περίπου 8 εκατομμύρια τόνους. Η εξέλιξη συνδέεται τόσο με περιβαλλοντικές πολιτικές όσο και με την ενεργειακή κρίση, που περιόρισε την παραγωγή αμμωνίας.

Παράλληλα, περίπου το ένα τρίτο των αναγκών σε ορισμένες κατηγορίες αζώτου καλύπτεται από εισαγωγές, γεγονός που καθιστά την αγορά ευαίσθητη σε γεωπολιτικές και ρυθμιστικές μεταβολές. Στο πλαίσιο αυτό προστίθενται αντιντάμπινγκ μέτρα, κυρώσεις και η σταδιακή κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων εκπομπών. Ενδεικτική της μεταβλητότητας είναι και η εικόνα του Ιανουαρίου 2026, όταν οι εισαγωγές ορισμένων κατηγοριών αζωτούχων εμφανίστηκαν μειωμένες έως και κατά 80% σε ετήσια βάση, στοιχείο που υπογραμμίζει πόσο ευαίσθητη παραμένει η αγορά σε μεταβολές κόστους και ρυθμιστικών προσδοκιών.

Τα τεχνικά ζητήματα εφαρμογής, που απασχολούν την αγορά

Πέρα από το ύψος της πιθανής επιβάρυνσης, η αγορά επισημαίνει συγκεκριμένα τεχνικά ζητήματα, που σχετίζονται με την εφαρμογή του μηχανισμού: τη σαφήνεια των τιμών αναφοράς για τον υπολογισμό του ανθρακικού κόστους, την επιχειρησιακή ετοιμότητα της πλατφόρμας αγοράς πιστοποιητικών, την αποφυγή προκαθορισμένων τιμών εκπομπών, που ενδέχεται να υπερεκτιμούν το πραγματικό αποτύπωμα και την αναγνώριση εκπομπών, που έχουν ήδη τιμολογηθεί σε τρίτες χώρες.

Τα ζητήματα αυτά δεν είναι δευτερεύοντα. Επηρεάζουν άμεσα τόσο την ικανότητα των εισαγωγέων να τιμολογούν με ασφάλεια όσο και τη δυνατότητα των παραγωγών να γνωρίζουν εγκαίρως το κόστος μιας βασικής εισροής.

Σε τεχνικές εκτιμήσεις που έχουν παρουσιαστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πιθανή επιβάρυνση για ορισμένες μορφές αζωτούχων λιπασμάτων εκτιμάται (ανάλογα με την τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος) σε εύρος δεκάδων ευρώ ανά τόνο. Σε επίπεδο εκμετάλλευσης, αυτό θα μπορούσε, υπό συγκεκριμένες παραδοχές και για καλλιέργειες υψηλής έντασης αζώτου, να μεταφραστεί σε επιβάρυνση της τάξης των 2 έως 4 ευρώ ανά στρέμμα – ποσό που, σε μεσαίες εκμεταλλεύσεις, μπορεί να μεταφράζεται σε εκατοντάδες ή και χιλιάδες ευρώ ετησίως. Πρόκειται για εκτιμήσεις και όχι οριστικά μεγέθη. Ωστόσο, ακόμη και ως εύρος, καταδεικνύουν ότι η επίπτωση δεν είναι αμελητέα, ιδίως σε ένα περιβάλλον ήδη συμπιεσμένων περιθωρίων.

Η ελληνική διάσταση και η ανάγκη αναλογικότητας

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος υπό το πρίσμα της ελληνικής γεωργίας. Στην Ελλάδα η κατανάλωση λιπασμάτων προσεγγίζει τα 14 κιλά ανά στρέμμα καλλιεργήσιμης γης, ενώ το κόστος λίπανσης αποτελεί, ανάλογα με την καλλιέργεια και τη χρονιά, σημαντικό μέρος του συνολικού κόστους παραγωγής. Σε ένα περιβάλλον ήδη συμπιεσμένων περιθωρίων, ακόμη και περιορισμένες αυξήσεις στο κόστος βασικών εισροών έχουν ουσιαστική επίπτωση

Παράλληλα, η δομή της ελληνικής γεωργίας, με κυριαρχία μικρομεσαίων εκμεταλλεύσεων, περιορισμένη κεφαλαιακή ευχέρεια και σημαντική εξάρτηση από εισαγόμενα αζωτούχα προϊόντα, καθιστά την προσαρμογή πιο απαιτητική από ό,τι σε μεγαλύτερες, πιο κεφαλαιοποιημένες αγορές. Μια πρόσθετη επιβάρυνση ή διαταραχή εφοδιασμού μπορεί, συνεπώς, να έχει δυσανάλογες συνέπειες.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται η σημασία της αναλογικότητας. Οι διοικητικές και οικονομικές υποχρεώσεις οφείλουν να ανταποκρίνονται στις πραγματικές αντοχές των εκμεταλλεύσεων. Διαφορετικά, το ρυθμιστικό βάρος μεταφέρεται δυσανάλογα σε όσους διαθέτουν τη μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης κόστους.

Σε συνθήκες αβεβαιότητας, η πρώτη αντίδραση συχνά δεν είναι η καινοτομία αλλά η μείωση εισροών. Η υπολίπανση οδηγεί σε χαμηλότερες αποδόσεις και απώλεια ανταγωνιστικότητας, εξέλιξη που τελικά δεν υπηρετεί ούτε τον περιβαλλοντικό ούτε τον οικονομικό στόχο. Για τον λόγο αυτό, η μετάβαση δεν κρίνεται μόνο από τη φιλοδοξία της, αλλά από τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα που παρέχει στην παραγωγή.

Το Σχέδιο Δράσης ως τεστ ισορροπίας

Το Σχέδιο Δράσης για τα Λιπάσματα μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας εξισορρόπησης. Η διαφάνεια στην αγορά, η παρακολούθηση των εξελίξεων, η διαφοροποίηση πηγών και η προώθηση εναλλακτικών θρεπτικών μπορούν να περιορίσουν σταδιακά τις εξαρτήσεις.

Ωστόσο, η επιτυχία του θα κριθεί από τρία στοιχεία: τη λειτουργικότητα του μηχανισμού άνθρακα, τη συστηματική αξιολόγηση των επιπτώσεων στην παραγωγή και τη δυνατότητα έγκαιρης διόρθωσης σε περίπτωση διαταραχής της αγοράς.

Υπό αυτό το πρίσμα, για την Ελλάδα το ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό. Σε μια γεωργία με περιορισμένα περιθώρια απορρόφησης κόστους και υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενες εισροές, η μετάβαση πρέπει να είναι προβλέψιμη και τεχνικά εφαρμόσιμη.

Συνεπώς, το πραγματικό στοίχημα του Σχεδίου Δράσης δεν περιορίζεται στην περιβαλλοντική του φιλοδοξία, αλλά στην ικανότητα εφαρμογής του χωρίς να διαταραχθεί η παραγωγική βάση.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ:

Υπεύθυνος στο γραφείο Βρυξελλών της GAIA ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ