Η Ελλάδα είναι ο όγδοος μεγαλύτερος προμηθευτής ιχθυηρών της Ρουμανίας

Ένα στα πέντε ψάρια δεν είναι αυτό που νομίζουν ότι αγοράζουν οι καταναλωτές

Σταδιακή αύξηση των ελληνικών εξαγωγών στο διμερές εμπόριο ιχθυηρών Ελλάδας-Ρουμανίας παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, όπως αναφέρει μελέτη του γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας μας στο Βουκουρέστι.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), οι ελληνικές εξαγωγές αλιευμάτων της κατηγορίας «ψάρια, βρώσιμα, νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη» προς τη Ρουμανία αυξήθηκαν το 2016 κατά 20,61%, σε σύγκριση με το 2015. Σε απόλυτους αριθμούς, ανήλθαν σε 5,3 εκατ. ευρώ το 2016, έναντι 4,4 εκατ. ευρώ το 2015, ενώ, από απόψεως ποσότητας, το 2016 εισήχθησαν 1.453 τόνοι έναντι 1.181 τόνων το 2015, σημειώνοντας αύξηση 23,04%.

Το εμπορικό πλεόνασμα της Ελλάδας ανήλθε σε 5,243 εκ. ευρώ για το 2016, αυξανόμενο κατά 16,38% συγκριτικά με το προηγούμενο έτος.

Οι εισαγωγές ιχθυηρών στη Ρουμανία αυξάνονται σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Βασικός προμηθευτής είναι η Ολλανδία απ’ όπου εισήχθησαν ιχθυηρά αξίας 25,3 εκ. ευρώ το 2016. Ακολουθούν οι: Ισπανία, Ιταλία, Πολωνία, Σουηδία, Δανία και Ουγγαρία. Η Ελλάδα είναι ο όγδοος προμηθευτής ιχθυηρών της Ρουμανίας, με τις εξαγωγές της να φθάνουν τα 8 εκ. ευρώ το 2016.

Όπως σημειώνεται στη μελέτη: «η αύξηση αυτή οφείλεται σε διάφορες παραμέτρους, μεταξύ των οποίων στην αύξηση του τουριστικού ρεύματος προς την Ελλάδα. Το 2016, περισσότεροι από 1 εκ. Ρουμάνοι τουρίστες ταξίδεψαν στην Ελλάδα. Το αυξημένο τουριστικό ρεύμα προς τη χώρα μας, σε συνδυασμό με την ελληνική κουζίνα, συμβάλλουν στην ενίσχυση του ενδιαφέροντος του Ρουμάνου καταναλωτή για τα ελληνικά ψάρια. Δεν είναι τυχαία η προβολή ειδικής εκπομπής πρόσφατα στη ρουμανική τηλεόραση, σχετικά με την προμήθεια αλιευμάτων από την Καβάλα και τη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης».

Η ζήτηση, αναμένεται να τριπλασιασθεί τα επόμενα πέντε έτη

Τα πιο δημοφιλή θαλασσινά αλιεύματα, που καταναλώνονται στη Ρουμανία, είναι το σκουμπρί, η σαρδέλα και ο μπακαλιάρος καθώς και τα είδη σολωμού, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας, όπως η τσιπούρα και το λαβράκι. Επιπροσθέτως, καταναλώνονται ψάρια γλυκού νερού, όπως η πέστροφα και ο κυπρίνος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ένωσης Μεταποιητών, Εισαγωγέων και Διανομέων Αλιευμάτων ROΜFISH, η μέση ετήσια κατανάλωση ψαριών ανά άτομο στη Ρουμανία ανέρχεται σε 6 κιλά. Η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση είναι περίπου 4 φορές χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε. που ανέρχεται σε 22,5 κιλά. Εντός ΕΕ, η Ιβηρική χερσόνησος καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην κατανάλωση ιχθυηρών. Συγκεκριμένα, στην Πορτογαλία η κατανάλωση διαμορφώνεται στα 76 κιλά ετησίως ανά άτομο, ενώ στην Ισπανία στα 60 κιλά. Παγκοσμίως, πρώτη σε κατανάλωση είναι η Ιαπωνία, με 130 κιλά μέσο όρο ανά άτομο ετησίως και ακολουθεί η Ισλανδία με 90 κιλά.

Στη Ρουμανία, παρατηρείται σταδιακή αύξηση της ζήτησης, η οποία αναμένεται να τριπλασιασθεί τα επόμενα πέντε έτη από έξι σε δεκαοκτώ κιλά ανά άτομο ετησίως. Η κατανάλωση αυξάνεται ιδιαιτέρως κατά την περίοδο της νηστείας και περισσότερο τις ημέρες που συνηθίζεται να καταναλώνεται ψάρι (πχ Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, Κυριακή των Βαΐων κλπ).

Η συνολική αξία των ιχθυηρών που καταναλώνονται από τους Ρουμάνους ανέρχεται, επί του παρόντος, σε περίπου 350 εκ. ευρώ, ενώ σε βάθος πενταετίας αναμένεται να φθάσει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ.

Επιπλέον, εκτιμάται ότι στην αύξηση της ζήτησης θα συμβάλλει και η γενικότερη στροφή του μέσου ρουμάνου καταναλωτή προς μια πιο υγιεινή διατροφή.

Πηγή ΑΠΕ – ΜΠΕ

gaia pedia - ηλεκτρονική αγροτική εγκυκλοπέδια