Όσπρια: Λιγότερα στρέμματα φέτος για τα ρεβίθια, λόγω των αποθεμάτων

Προβληματισμένοι εμφανίζονται οι παραγωγοί οσπρίων σχετικά με τον προγραμματισμό της σποράς των ρεβιθιών στις αρχές του επόμενου μήνα. Τα μεγάλα αποθέματα που παραμένουν απούλητα στις αποθήκες, σε συνδυασμό με τις χαμηλές τιμές, δεν δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα ώστε οι παραγωγοί να αυξήσουν τις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Σημαντικός παράγοντας αποτελεί, επίσης, η απουσία σύγχρονων συλλογικών σχημάτων, τα οποία θα μπορούσαν να αναδείξουν τα όσπρια όχι μόνο στην εσωτερική αγορά, αλλά και στο εξωτερικό.
Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας μας, λόγω των εδαφοκλιματικών συνθηκών που διαθέτει, δίνουν τη δυνατότητα ανάδειξης της υψηλής διατροφικής αξίας των προϊόντων αυτών. Δυστυχώς, όμως, οι μέχρι σήμερα κινήσεις από διάφορους φορείς δεν απέδωσαν σημαντικά αποτελέσματα και η παραγωγή οσπρίων κινείται μεταξύ των ευρωπαϊκών ενισχύσεων και των χαμηλών τιμών της αγοράς, δεχόμενη σημαντικές πιέσεις από τα εισαγόμενα προϊόντα.
Λιγότερες σε σχέση με πέρυσι, όπως υποστηρίζει ο Παναγιώτης Κοκογιαννίδης, παραγωγός οσπρίων από τα Κουφάλια Θεσσαλονίκης, θα είναι οι καλλιεργούμενες εκτάσεις στην περιοχή του. Όπως αναφέρει, υπάρχει πρόβλημα στη διάθεση του προϊόντος, καθώς οι ποσότητες στην αγορά είναι μεγάλες, ιδιαίτερα εκείνες που προέρχονται από τον Καναδά και την Τουρκία, με τιμές γύρω στα 70 λεπτά το κιλό. Δηλώνει ακόμη ότι «σε αυτά τα επίπεδα ή και χαμηλότερα κινούνται και τα ελληνικά ρεβίθια, με αποτέλεσμα να παραμένουν αποθηκευμένα». Όσον αφορά τις αποδόσεις, σημειώνει ότι στην περιοχή του κυμάνθηκαν από 250 έως 300 κιλά ανά στρέμμα, ενώ σε πεδινά χωράφια μπορούν να φτάσουν και τα 400 κιλά. Ο ίδιος επιλέγει να καλλιεργεί την ελληνική ποικιλία «Αμοργός», λόγω της αντοχής της στην ασκοχύτωση.
Καρδίτσα: Δεν τηρήθηκαν τα συμβόλαια από τις εταιρείες
Την ίδια εικόνα που επικρατεί στην Κεντρική Μακεδονία μεταφέρει από την περιοχή της Καρδίτσας ο Κώστας Καμινιώτης, παραγωγός οσπρίων. Δηλώνει ότι οι καλλιεργούμενες εκτάσεις ρεβιθιών θα είναι σημαντικά μειωμένες, λόγω των αποθεμάτων που υπάρχουν αυτή την περίοδο στις αποθήκες. Αναφέρει επίσης ότι «ορισμένες εταιρείες που είχαν προχωρήσει σε συμβάσεις με παραγωγούς δεν έχουν ακόμη ολοκληρώσει τη διαδικασία αγοράς, γεγονός που προκαλεί ανησυχία». Αυτό, σε συνδυασμό με τις χαμηλές τιμές των 60 έως 70 λεπτών το κιλό για τις μεσόσπερμες ποικιλίες και των 90 λεπτών έως 1 ευρώ το κιλό για τις χοντρόσπερμες, δεν αφήνει πολλά περιθώρια προγραμματισμού για επέκταση των καλλιεργειών. Αναφερόμενος στις αποδόσεις της προηγούμενης περιόδου, σημειώνει ότι «κινήθηκαν σε καλά επίπεδα και ξεπέρασαν ακόμη και τα 220 κιλά ανά στρέμμα».
Μαντούδι: Επιμένουν στις χοντρόσπερμες ποικιλίες
Τον παλμό της αγοράς προσπαθούν να αφουγκραστούν οι παραγωγοί ρεβιθιού στο Μαντούδι και, για τον λόγο αυτό, στρέφονται στις χοντρόσπερμες ποικιλίες. Όπως μας ενημερώνει ο Αντώνης Λάμπρου, μέσω ενός άτυπου συλλογικού σχήματος δημιούργησαν δίκτυο απευθείας πώλησης σε μικρά καταστήματα και επιχειρούν, με τη δική τους ταυτότητα, να αναδείξουν το προϊόν στην αγορά. «Κάθε χρόνο αυξάνουμε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις σε όσπρια, όπως φασόλια, ρεβίθια και φακές, ώστε να καλύπτουμε όλη τη γκάμα. Το γεγονός ότι εφαρμόζουμε σύγχρονες καλλιεργητικές τεχνικές μάς δίνει τη δυνατότητα να προσφέρουμε προϊόντα υψηλής ποιότητας και διατροφικής αξίας», αναφέρει.
Εστιάζοντας στην τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο, υποστηρίζει ότι «από τις ανοιξιάτικες αροτραίες καλλιέργειες, το ρεβίθι θα καλύψει εκτάσεις που στο παρελθόν καλλιεργούνταν με βαμβάκι, λόγω της χαμηλής τιμής του», καταλήγει ο κ. Λάμπρου.









