ΕΛΓΟ-Δήμητρα: Τα 100 χρόνια αγροτικής έρευνας στην Ελλάδα

Ήταν 1 Φεβρουαρίου του 1925 όταν πρωτολειτούργησε ο Σταθμός Καλλιτερεύσεως Φυτών Λάρισας, μετά από πρόταση βέβαια του γεωπόνου-ερευνητή, Ιωάννη Παπαδάκη, ο οποίος ήταν και η ψυχή του.
Ο Παπαδάκης προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια της Νάξου, σπούδασε με υποτροφία στο Αγροτικό Ινστιτούτο της Gembloux του Βελγίου, που σήμερα είναι η Γεωπονική Σχολή της Λιέγης και από το 1923 που επέστρεψε στην Ελλάδα, βάλθηκε να αλλάξει τον γεωργικό χάρτη της χώρας.
Η δημιουργία του ινστιτούτου στη Λάρισα, που μετέπειτα μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη και η σημερινή μετεξέλιξή του είναι το Ινστιτούτο Σιτηρών του ΕΛΓΟ-Δήμητρα, αποτελεί μία κανονική αλλαγή παραδείγματος στον χώρο της γεωπονικής επιστήμης γενικότερα και δη στο πεδίο της γεωργικής έρευνας.
Αυτό που εκόμισε στην ελληνική πραγματικότητα της εποχής ο Παπαδάκης ήταν μία μεγάλη τομή, αν όχι μία κανονική επανάσταση. Με τον τρόπο του καθιερώνει για πρώτη φορά την έρευνα και τον πειραματισμό πάνω στη δημιουργία νέων ειδών, στην εισαγωγή βελτιωμένων ποικιλιών, τη βελτίωση τεχνικών καλλιέργειας, αλλά και τη διάδοση όλων αυτών μέσω του δικτύου γεωργικών σταθμών και υποσταθμών, που δημιούργησε σε όλη σχεδόν την Ελλάδα, στον αγροτικό πληθυσμό, με απώτερο βέβαια στόχο τη βελτίωση της παραγωγής και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των αγροτών.
Ο Παπαδάκης, σε ένα κείμενό του, δημοσιευμένο μάλιστα στον Οικονομικό Ταχυδρόμο τον Νοέμβριο του 1928, μιλούσε για πρώτη ίσως φορά στα ελληνικά χρονικά για έρευνα, γεωργικό πειραματισμό, μακροχρόνιο μάλιστα, οργάνωση γεωργικών σταθμών και εργαστηρίων. Ο ίδιος πίστευε ακράδαντα στη δυνατότητα επίτευξης της σιτάρκειας στην Ελλάδα.
Έτσι, οι πρώτες πειραματικές καλλιέργειες σιτηρών στη Λάρισα ξεκίνησαν, υπό την επίβλεψή του, με την ποικιλία σίτου Καμπέρα και στη συνέχεια την ιταλική ποικιλία Μεντάνα.
Η πορεία που ακολούθησε μετά η γεωργική έρευνα στην Ελλάδα με την ίδρυση ινστιτούτων και την επέκταση με τη δημιουργία υποσταθμών, καθώς και με τη διάχυση των αποτελεσμάτων στους καλλιεργητές και τους κτηνοτρόφους, καταγράφεται στον τόμο «Γεωργική έρευνα στην Ελλάδα – Η συμβολή των Ερευνητικών Κέντρων και των Ινστιτούτων του ΕΛΓΟ-Δήμητρα». Ο συγγραφέας του τόμου, Δημήτρης Γ. Παναγιωτόπουλος, τον παρουσίασε σε ειδική εκδήλωση για τα 100 χρόνια αγροτικής έρευνας, που πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 στο Ινστιτούτο Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων του ΕΛΓΟ, στην Αθήνα.
Από την ιστορική μνήμη στις σύγχρονες προκλήσεις
Η εκδήλωση για τα 100 χρόνια αγροτικής έρευνας δεν είχε χαρακτήρα απλής επετειακής αναδρομής. Αντίθετα, όπως φάνηκε από τις τοποθετήσεις των ομιλητών, αποτέλεσε μια συνειδητή προσπάθεια να συνδεθεί το ιστορικό βάθος της γεωργικής έρευνας στην Ελλάδα με τις σημερινές και μελλοντικές προκλήσεις του αγροδιατροφικού τομέα.
Ανοίγοντας τις εργασίες, ο διευθύνων σύμβουλος του ΕΛΓΟ-Δήμητρα, Παναγιώτης Χατζηνικολάου, έθεσε το ευρύτερο πλαίσιο της επετείου, υπογραμμίζοντας ότι η συστηματική αγροτική έρευνα στη χώρα μπορεί να αναχθεί ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 1920, με την ίδρυση του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και των πρώτων ερευνητικών ινστιτούτων και σταθμών, ενώ ακολούθησε το Γεωπονικό του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου το 1929.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη «να πιαστεί σωστά το νήμα της ιστορίας», όχι ως άσκηση νοσταλγίας, αλλά ως βάση για τον σχεδιασμό του μέλλοντος. Σε αυτό το πνεύμα εντάχθηκε τόσο η έκδοση του επετειακού τόμου για τη γεωργική έρευνα, όσο και η στρογγυλή τράπεζα που ακολούθησε, με στόχο την ανταλλαγή απόψεων γύρω από τις σύγχρονες στρατηγικές και τις μεγάλες προκλήσεις που έχει μπροστά του ο πρωτογενής τομέας.

Η αγροτική έρευνα ως μοχλός εκσυγχρονισμού
Στην ιστορική και επιστημονική διάσταση της εκατονταετίας στάθηκε διεξοδικά ο Δημήτρης Παναγιωτόπουλος, διευθυντής του Κέντρου Τεκμηρίωσης της Ιστορίας της Ελληνικής Γεωργίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Χαρακτήρισε τον έναν αιώνα αγροτικής έρευνας σχεδόν «τίτλο τιμής» για ένα κράτος μόλις δύο αιώνων ζωής και μίλησε για τη συλλογική προσπάθεια, που απαιτήθηκε για τη συγγραφή και έκδοση ενός τόσο απαιτητικού έργου, κάνοντας ειδική μνεία στους συνεργάτες του, αλλά και στη στήριξη της Τράπεζας Πειραιώς, χωρίς την οποία –όπως παραδέχθηκε– ο πολυτελής αυτός τόμος δεν θα μπορούσε να έχει υλοποιηθεί.
Περνώντας στην ουσία, ο κ. Παναγιωτόπουλος τοποθέτησε τη γένεση της αγροτικής έρευνας στην Ελλάδα μέσα στο ταραγμένο ιστορικό πλαίσιο του Μεσοπολέμου, υπογραμμίζοντας ότι δεν επρόκειτο απλώς για επιστημονική πρόοδο, αλλά για ζήτημα εθνικής και κοινωνικής επιβίωσης. Η δεκαετία του 1920, με την οικονομική κρίση, την πτώση των τιμών των αγροτικών προϊόντων, την υπερχρέωση των αγροτών και τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και της έλευσης περίπου ενός εκατομμυρίου προσφύγων, κατέστησε επιτακτική την αύξηση των αποδόσεων και τη βελτίωση της παραγωγικότητας.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ίδρυση και η επέκταση των ερευνητικών σταθμών και ινστιτούτων λειτούργησε, όπως ανέφερε, ως «πύκνωση του ιστορικού χρόνου», καθώς η ελληνική ύπαιθρος κλήθηκε να καλύψει σε ελάχιστο διάστημα γεωργικές επαναστάσεις που άλλες χώρες είχαν βιώσει σταδιακά. Η αγροτική έρευνα αποτέλεσε τον βασικό μηχανισμό εκσυγχρονισμού των αγροτικών δομών και συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη της επισιτιστικής επάρκειας, στόχος που, όπως σημείωσε, είχε ήδη σε μεγάλο βαθμό επιτευχθεί στη μεταπολεμική περίοδο και ιδίως τη δεκαετία του 1950.
Ο κ. Παναγιωτόπουλος δεν παρέλειψε να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν, επισημαίνοντας ότι σε συνθήκες αυξανόμενης διεθνούς αβεβαιότητας και επισιτιστικής ανασφάλειας, η γεωργική έρευνα εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο για τη στήριξη της εθνικής οικονομίας και τη διασφάλιση ασφαλών και επαρκών τροφίμων.
Ο ΕΛΓΟ-Δήμητρα οφείλει να λειτουργεί ως πρότυπο
Στον θεσμικό ρόλο του ΕΛΓΟ-Δήμητρα και στις σύγχρονες προκλήσεις του αγροτικού τομέα αναφέρθηκε ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννης Ανδριανός, ο οποίος συνεχάρη τα στελέχη και τους εργαζόμενους του οργανισμού για το έργο τους, τονίζοντας ότι σήμερα η αποστολή της αγροτικής έρευνας αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.
Όπως επισήμανε, η κλιματική αλλαγή, οι επιζωοτίες, η ανάγκη για επισιτιστική ασφάλεια, αλλά και η διαρκής ενίσχυση της ποιότητας, των αποδόσεων και του πραγματικού εισοδήματος των παραγωγών, καθιστούν επιτακτική τη στενή σύνδεση της έρευνας με την πράξη. Η γνώση και τα εργαλεία που αναπτύσσονται στα ινστιτούτα, τόνισε, πρέπει να φτάνουν γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα στο χωράφι και στον στάβλο.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η αναφορά του στο περιστατικό μόλυνσης και θανάτωσης αιγοπροβάτων στο Ινστιτούτο Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής στην Παραλίμνη, συμπεριλαμβανομένων σπάνιων αυτόχθονων φυλών. Ο υφυπουργός ξεκαθάρισε ότι το γεγονός αυτό πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος, τόσο για την απόδοση ευθυνών όσο και για τη βελτίωση των πρωτοκόλλων βιοασφάλειας, υπογραμμίζοντας ότι ο ΕΛΓΟ-Δήμητρα οφείλει να λειτουργεί ως πρότυπο για ολόκληρο τον πρωτογενή τομέα.
Έρευνα, ανταγωνιστικότητα και αγορά
Τη στρατηγική διάσταση της έρευνας ως εργαλείου ανταγωνιστικότητας ανέδειξε ο πρόεδρος του ΕΛΓΟ-Δήμητρα, Σπύρος Μάμαλης, ο οποίος υπενθύμισε ότι κρίσιμα κεφάλαια της νεότερης ελληνικής ιστορίας –από την αποκατάσταση των προσφύγων και τη σιτάρκεια, έως την ανάπτυξη του βαμβακιού και της κτηνοτροφίας– είναι άρρηκτα δεμένα με σταθμούς της αγροτικής έρευνας. Όπως σημείωσε, σήμερα η έρευνα δεν αποτελεί απλώς ιστορική παρακαταθήκη, αλλά βασικό συντελεστή ανταγωνιστικότητας του αγροδιατροφικού τομέα, ιδιαίτερα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον που επενδύει στην καινοτομία ως απάντηση στον διεθνή ανταγωνισμό.
Στη σημασία της γεφύρωσης της έρευνας με την πράξη στάθηκε και ο Ιωάννης Χανιωτάκης, διευθυντής ανάπτυξης εργασιών αγροτικού τομέα της Τράπεζας Πειραιώς, υπογραμμίζοντας ότι η στήριξη της Τράπεζας στον επετειακό τόμο και σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες δεν αποτελεί απλή χορηγία, αλλά επένδυση στη γνώση. Όπως ανέφερε, η συνεργασία με τον ΕΛΓΟ-Δήμητρα βασίζεται στην κοινή αντίληψη ότι χωρίς τεκμηριωμένη έρευνα και καινοτομία δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη και ανταγωνιστική γεωργία.
|
Ευθύμιος Ευθυμιάδης: Πού μπορεί να συμμετέχει η ιδιωτική πρωτοβουλία Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η παρέμβαση του Ευθύμιου Ευθυμιάδη, διευθύνοντος συμβούλου της Redestos–Efthymiadis Agrotechnology Group, ο οποίος μίλησε από τη σκοπιά της αγοράς και της αγροτικής επιχειρηματικότητας.
Φέρνοντας ως παράδειγμα τη συνεργασία του ομίλου του με τον ΕΛΓΟ-Δήμητρα, ανέφερε κοινά προγράμματα, ανάπτυξη καινοτόμων εργαλείων και συμμετοχή σε συνεργατικούς σχηματισμούς, υπογραμμίζοντας ότι η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποτελεί προϋπόθεση για να μετατραπεί η γνώση σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η εκδήλωση έκλεισε με την κοινή παραδοχή ότι τα 100 χρόνια αγροτικής έρευνας δεν αποτελούν απλώς απολογισμό, αλλά δέσμευση για το μέλλον: για περισσότερη συνεργασία, μετρήσιμα αποτελέσματα και ουσιαστική σύνδεση της επιστήμης με την παραγωγή. |

Ξεκινώντας με μια προσωπική αναφορά στον παππού του, Χρηστίδη, ιδρυτή του Ινστιτούτου Βάμβακος, ανέδειξε τη διαχρονική σύνδεση της οικογενειακής του ιστορίας με την αγροτική έρευνα στη χώρα. Απαντώντας στο ερώτημα για το κατά πόσο η ελληνική αγροτική επιχειρηματικότητα είναι έτοιμη να επενδύσει στην έρευνα, τόνισε ότι ο κλάδος βρίσκεται σε μεταβατική αλλά πιο ώριμη φάση, αναγνωρίζοντας πλέον την αξία της. Διαχώρισε σαφώς τα στάδια της έρευνας, επισημαίνοντας ότι η βασική έρευνα αποτελεί κατεξοχήν πεδίο των δημόσιων και ερευνητικών φορέων, ενώ η εφαρμοσμένη έρευνα και η εμπορική αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της είναι πεδία όπου ο ιδιωτικός τομέας μπορεί και πρέπει να επενδύσει ενεργά.









