Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος: Η εκτατική βόσκηση ως κρίσιμο εργαλείο για τη φύση, τη γεωργία και την πρόληψη πυρκαγιών

Η εκτατική βόσκηση αποτελεί, σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, έναν από τους βασικότερους παράγοντες για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και των ημι-φυσικών οικοσυστημάτων στην Ευρώπη. Παρά τη σημαντική μείωση των παραδοσιακών συστημάτων κτηνοτροφίας τις τελευταίες δεκαετίες, ο ρόλος τους στη διαχείριση των τοπίων, στην προστασία των ειδών και στην πρόληψη δασικών πυρκαγιών παραμένει καθοριστικός.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, περίπου το ένα τρίτο των οικοτόπων που προστατεύονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία εξαρτάται από την εκτατική βόσκηση. Για τη διατήρησή τους απαιτείται περίπου το 10–15% του συνολικού ζωικού κεφαλαίου της ΕΕ (βοοειδή, πρόβατα και αίγες), υπό την προϋπόθεση κατάλληλης χωρικής κατανομής, αναφέρει ο φορέας στην ανάλυσή που πραγματοποιεί.
Πρόκειται για εκτάσεις που αντιστοιχούν σε τουλάχιστον 35 εκατομμύρια εκτάρια, δηλαδή περίπου στο 22% της συνολικής γεωργικής γης της ΕΕ-27, γεγονός που αναδεικνύει τη διπλή σημασία της εκτατικής κτηνοτροφίας: παραγωγική και περιβαλλοντική.
Ιστορικός ρόλος της βόσκησης στην Ευρώπη
Η βόσκηση έχει διαμορφώσει τα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα για χιλιάδες χρόνια. Μετά την εξαφάνιση των μεγάλων άγριων φυτοφάγων ζώων —όπως οι τα άργια βοοειδή, οι βίσωνες και τα άγρια άλογα— ο οικολογικός τους ρόλος αντικαταστάθηκε από τα οικόσιτα ζώα, καθώς η γεωργία εξαπλώθηκε. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία ημι-ανοικτών τοπίων με μωσαϊκά δασών, θαμνωδών εκτάσεων και λιβαδιών, τα οποία χαρακτηρίζονται από υψηλή οικολογική ποικιλία.
Τα λιβαδικά οικοσυστήματα αποτελούν επίσης σημαντικό καταφύγιο ενδημικών ειδών, καθώς το 18,1% των ενδημικών φυτών της Ευρώπης απαντάται σε λιβάδια και το 15,5% σε θαμνώδεις και φρυγανικές εκτάσεις.
Η σημασία για τη βιοποικιλότητα
Η εκτατική βόσκηση συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, καθώς δημιουργεί ποικιλία στη δομή της βλάστησης και ενισχύει τη δημιουργία διαφορετικών μικροοικοσυστημάτων.
Στα λιβάδια, ο ρόλος της είναι κρίσιμος. Το 92% των προστατευόμενων ειδών πεταλούδας στην ΕΕ εξαρτάται από εκτατικά διαχειριζόμενα λιβάδια. Παράλληλα, μεγάλο ποσοστό των προστατευόμενων ειδών πτηνών συνδέεται με μόνιμους βοσκότοπους. Οι ημι-φυσικοί οικότοποι της Ευρώπης, που εξαρτώνται από αγροτικές πρακτικές χαμηλής έντασης, αποτελούν βασικό στοιχείο της ευρωπαϊκής βιοποικιλότητας, αλλά βρίσκονται υπό πίεση.
Υποχώρηση των εκτατικών συστημάτων
Παρά τη σημασία τους, τα εκτατικά συστήματα κτηνοτροφίας έχουν υποστεί δραματική μείωση. Μεταξύ 2010 και 2020, ο αριθμός των εκτατικών και μεικτών κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων μειώθηκε κατά πάνω από 70%. Σε ευρύτερο επίπεδο, οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις στην ΕΕ μειώθηκαν κατά 37% μεταξύ 2005 και 2020, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται στους κτηνοτροφικούς τομείς.
Η παραγωγή έχει πλέον συγκεντρωθεί σε εντατικά συστήματα υψηλής απόδοσης, κυρίως σε πεδινές και παραγωγικές περιοχές, ενώ οι εκτατικές μορφές κτηνοτροφίας περιορίζονται σε ορεινές και λιγότερο παραγωγικές ζώνες. Αυτό δημιουργεί σημαντική γεωγραφική αναντιστοιχία μεταξύ των περιοχών όπου βρίσκονται τα ζώα και των περιοχών όπου υπάρχουν οι οικοτόποι που χρειάζονται τη βόσκηση.
Περιβαλλοντικές συνέπειες
Η εντατικοποίηση της γεωργίας και η εγκατάλειψη των εκτατικών συστημάτων έχουν οδηγήσει σε απώλεια βιοποικιλότητας και υποβάθμιση οικοσυστημάτων.
Μάλιστα, τα δύο τρίτα των ημι-φυσικών οικοτόπων που εξαρτώνται από φιλικές προς τη βιοποικιλότητα γεωργικές πρακτικές βρίσκονται σε «κακή» κατάσταση διατήρησης.
Η εντατική κτηνοτροφία, με υψηλές πυκνότητες ζώων και εκτεταμένο σταβλισμό, περιορίζει τη φυσική λειτουργία των οικοσυστημάτων και επηρεάζει είδη που εξαρτώνται από τα λιβάδια και την κοπριά των ζώων, όπως έντομα και πουλιά.
Εκτατική βόσκηση και δασικές πυρκαγιές
Η εκτατική βόσκηση παίζει επίσης κρίσιμο ρόλο στη μείωση του κινδύνου δασικών πυρκαγιών. Ιστορικά, τα ζώα διατηρούσαν χαμηλά τα επίπεδα εύφλεκτης βλάστησης σε μεγάλες εκτάσεις της Νότιας Ευρώπης. Η μείωση της βόσκησης, πλέον, έχει συμβάλει στη συσσώρευση καύσιμης ύλης και στην αύξηση του κινδύνου πυρκαγιών, ιδιαίτερα στη Μεσόγειο, όπως επισημαίνεται.Για το λόγο αυτό, η επαναφορά των εκτατικών συστημάτων θεωρείται σημαντικό εργαλείο για τη διαχείριση του κινδύνου, καθώς συνδυάζει περιβαλλοντικά και διαχειριστικά οφέλη.
Απαιτούμενη κλίμακα βόσκησης στην ΕΕ
Η ανάλυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος δείχνει ότι περίπου 7,8 εκατομμύρια μονάδες ζωικού κεφαλαίου θα επαρκούσαν για τη διαχείριση των οικοτόπων που εξαρτώνται από τη βόσκηση στην ΕΕ-27. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί περίπου στο 12,6% του συνολικού πληθυσμού μηρυκαστικών της ΕΕ (περίπου 63 εκατομμύρια ζώα το 2020).
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της βόσκησης εξαρτάται όχι μόνο από τον αριθμό των ζώων αλλά και από τη γεωγραφική τους κατανομή, η οποία παραμένει κρίσιμο ζήτημα.
Διαφορές μεταξύ χωρών και ανάγκες βόσκησης
Η ανάγκη για εκτατική βόσκηση διαφέρει σημαντικά μεταξύ των κρατών-μελών, ανάλογα με την έκταση των οικοτόπων και τη διαθεσιμότητα ζωικού κεφαλαίου.
Η ανάλυση δείχνει ότι το ποσοστό του εθνικού ζωικού κεφαλαίου που θα απαιτούνταν για τη διαχείριση των οικοτόπων με βάση τη σχετική οδηγία για τους Οικοτόπους διαφοροποιείται ως εξής:
0–5%: για τις χώρες Βέλγιο, Κύπρος, Δανία, Γερμανία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Μάλτα, Ολλανδία, Πολωνία
5–10%: για τις Γαλλία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία
10–20%: για τις Αυστρία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Σλοβενία, Εσθονία
20–40%: για τις Βουλγαρία, Φινλανδία, Σλοβακία
>40%: για τις Κροατία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Ισπανία, Σουηδία
Οι διαφορές αυτές δεν δείχνουν μόνο πόσα ζώα υπάρχουν σε κάθε χώρα, αλλά κυρίως πόσο μεγάλο μέρος του ζωικού κεφαλαίου θα απαιτούνταν αν χρησιμοποιούνταν για τη διαχείριση των οικοτόπων, διευκρινίζεται. Οι λόγοι διαφοροποίησης σχετίζονται με τη γεωγραφία, το κλίμα και την έκταση των ημι-φυσικών οικοτόπων, με τις ορεινές και μεσογειακές χώρες να έχουν μεγαλύτερες ανάγκες, καθώς διαθέτουν περισσότερους φυσικούς και ημι-φυσικούς βοσκότοπους.
Παράλληλα, η μελέτη υπογραμμίζει ότι η κατανομή των ζώων δεν συμπίπτει πάντα με τις περιοχές που έχουν ανάγκη βόσκησης, δημιουργώντας μια σημαντική πρόκληση πολιτικής.
Πολιτικές προοπτικές
Η εκτατική κτηνοτροφία υποχωρεί για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους, όπως η πίεση για αύξηση παραγωγικότητας, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και η εγκατάλειψη αγροτικών περιοχών. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος υπογραμμίζει ότι η βιωσιμότητά της μπορεί να ενισχυθεί εφόσον αναγνωριστεί η συμβολή της ως δημόσιο αγαθό, όπως η προστασία της φύσης, η διατήρηση του τοπίου και η μείωση του κινδύνου πυρκαγιών.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει στρατηγική για την κτηνοτροφία, ενώ η σύνδεση του συγκεκριμένου κτηνοτροφικού συστήματος με τους στόχους αποκατάστασης της φύσης θεωρείται κρίσιμη.
Από μία κτηνοτροφική πρακτική σε ένα κρίσιμο περιβαλλοντικό εργαλείο
Η εκτατική βόσκηση αποτελεί βασικό εργαλείο για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής φύσης. Παρότι αντιπροσωπεύει μικρό μέρος της συνολικής παραγωγής, προσφέρει αντίστροφα μεγάλα οφέλη για τη βιοποικιλότητα, τη διαχείριση των οικοσυστημάτων και την πρόληψη πυρκαγιών. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι να διατηρήσει και να ενισχύσει αυτά τα συστήματα, διασφαλίζοντας παράλληλα τη σωστή κατανομή τους στον χώρο, ώστε να εξυπηρετούν πραγματικά τις ανάγκες των οικοτόπων.
Η εκτατική βόσκηση δεν αποτελεί μόνο αγροτική πρακτική, αλλά κρίσιμο στοιχείο της περιβαλλοντικής στρατηγικής της Ευρώπης για το μέλλον.








