Επισιτιστικά συστήματα: Εκτός τροχιάς οι περισσότερες χώρες ως προς τους στόχους βιωσιμότητας του 2030

Ανεπαρκής κρίνεται η έως τώρα πρόοδος των επισιτιστικών συστημάτων διεθνώς ως προς την επίτευξη των στόχων βιωσιμότητας για το 2030, ενώ ο ορίζοντας του 2050 αφήνει περιθώριο αισιοδοξίας, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η δράση θα επιταχυνθεί και θα διατηρηθεί σταθερή. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της τελευταίας αξιολόγησης της Πρωτοβουλίας Food Systems Countdown (FSCI), που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Food.
Η μελέτη αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη μέχρι σήμερα αξιολόγηση των επιδόσεων των επισιτιστικών συστημάτων, εξετάζοντας 197 χώρες και 44 δείκτες σε πέντε θεματικές: διατροφή, διατροφική κατάσταση και υγεία, περιβάλλον, φυσικοί πόροι και παραγωγή, μέσα διαβίωσης, φτώχεια και ισότητα, διακυβέρνηση και ανθεκτικότητα. Η FSCI αποτελεί διεθνή ερευνητική συνεργασία στην οποία συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, ο FAO, τα Πανεπιστήμια Johns Hopkins και Cornell και η Διεθνής Συμμαχία για τη Βελτίωση της Διατροφής (Global Alliance for Improved Nutrition).
Για πρώτη φορά, η ανάλυση δεν περιορίζεται στην καταγραφή της κατεύθυνσης των δεικτών, αλλά εξετάζει την απόσταση κάθε χώρας από έναν στόχο ή ορόσημο και τον ρυθμό μεταβολής που απαιτείται για την επίτευξή του.
Μόνο ένας δείκτης έχει επιτευχθεί ευρέως
Η παγκόσμια μετάβαση προς πιο δίκαια, βιώσιμα και ανθεκτικά επισιτιστικά συστήματα βρίσκεται εκτός πορείας ως προς τους περισσότερους στόχους του 2030. Από τους 30 δείκτες για τους οποίους έχουν τεθεί παγκόσμιοι στόχοι, μόνον ένας – οι συνδρομές κινητής τηλεφωνίας, ως δείκτης συνδεσιμότητας και ανθεκτικότητας – έχει ήδη επιτευχθεί από την πλειονότητα των χωρών.
Για 22 δείκτες, λιγότερο από το ένα τρίτο των χωρών αναμένεται να επιτύχει τον αντίστοιχο στόχο ή παγκόσμιο ορόσημο έως το 2030, εφόσον συνεχιστούν οι σημερινοί ρυθμοί μεταβολής.
Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η απόσταση στην περίπτωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τα επισιτιστικά συστήματα, όπου ο παγκόσμιος μέσος όρος απέχει κατά 75% από τον στόχο. Με τη σημερινή ταχύτητα, καμία χώρα δεν προβλέπεται να τον επιτύχει.
Παράλληλα, αρκετοί δείκτες κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση. Μεταξύ αυτών, η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, η κυβερνητική λογοδοσία, οι πωλήσεις υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, η άντληση νερού για τη γεωργία, η χρήση φυτοφαρμάκων και οι εκπομπές των επισιτιστικών συστημάτων.
Πίεση σε νερό, γεωργία και φυσικούς πόρους
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον αγροτικό τομέα παρουσιάζουν οι δείκτες που αφορούν το περιβάλλον, τους φυσικούς πόρους και την παραγωγή. Η άντληση νερού για τη γεωργία συγκαταλέγεται στους τομείς όπου η πρόοδος παραμένει ανεπαρκής, ενώ ακόμη και με τη χρήση χαμηλότερων, περιφερειακών οροσήμων όλες οι περιοχές απέχουν σημαντικά από την επίτευξή τους.
Για τις περισσότερες περιοχές, η επίτευξη των περιφερειακών οροσήμων για την αγροτική άντληση νερού έως το 2030 θα απαιτούσε μείωση της χρήσης κατά περισσότερο από 15% ετησίως. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης για τη διαχείριση των φυσικών πόρων μέσα στα επισιτιστικά συστήματα. Ανάλογη εικόνα καταγράφεται για τη χρήση φυτοφαρμάκων, με την αξιολόγηση να επισημαίνει ότι όλες οι περιοχές απέχουν από τα αντίστοιχα περιφερειακά ορόσημα. Παράλληλα, η χρήση φυτοφαρμάκων περιλαμβάνεται στους δείκτες που κινούνται προς αντίθετη κατεύθυνση του επιθυμητού.
Η αξιολόγηση συνδέει, επίσης, την παραγωγική διάσταση με τη διατροφική επάρκεια. Δείκτες όπως η διαθεσιμότητα λαχανικών, η διαφοροποίηση της διατροφής, η μεταβλητότητα της προσφοράς τροφίμων και η ευελιξία των διαδρομών μέσω των οποίων τα τρόφιμα φτάνουν στους καταναλωτές αποτελούν μέρος της συνολικής εικόνας.
Υγιεινή διατροφή: η απόσταση από τον στόχο δεν είναι ίδια παντού
Η εικόνα των επισιτιστικών συστημάτων διαφοροποιείται σημαντικά όταν οι χώρες συγκρίνονται όχι μόνο με έναν ενιαίο παγκόσμιο στόχο, αλλά και με τις επιδόσεις χωρών που αντιμετωπίζουν παρόμοιες αναπτυξιακές και οικονομικές συνθήκες, σημειώνεται κατά την αξιολόγηση.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της οικονομικής πρόσβασης σε μια υγιεινή διατροφή. Οι αφρικανικές χώρες απέχουν κατά μέσο όρο 58,7 ποσοστιαίες μονάδες από το παγκόσμιο ορόσημο, το οποίο προβλέπει ότι μόλις το 2% του πληθυσμού θα πρέπει να αδυνατεί να καλύψει οικονομικά το κόστος μιας υγιεινής διατροφής. Με βάση, όμως, ένα περιφερειακό ορόσημο που αντανακλά τις καλύτερες επιδόσεις χωρών της ίδιας περιοχής, η απόσταση περιορίζεται στις 32,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στη διαθεσιμότητα τροφίμων. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, η μέση διαθεσιμότητα λαχανικών βρίσκεται 149,7 γραμμάρια ανά άτομο και ημέρα κάτω από το όριο της συγκεκριμένης εισοδηματικής ομάδας. Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, αντίθετα, η μέση τιμή βρίσκεται 218,9 γραμμάρια πάνω από το αντίστοιχο ορόσημο. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν, έτσι, τη στενή σύνδεση μεταξύ παραγωγής, διαθεσιμότητας τροφίμων, εισοδήματος και δυνατότητας πρόσβασης σε υγιεινή διατροφή.

Το μεγάλο «αγκάθι» των εκπομπών
Η περίπτωση των εκπομπών αναδεικνύει, όμως, και έναν σημαντικό περιορισμό της αξιολόγησης. Ο συγκεκριμένος δείκτης βασίζεται στην παραγωγή και μπορεί να δώσει στρεβλή εικόνα, καθώς μια χώρα μπορεί να εμφανίζει μειωμένες εκπομπές μεταφέροντας την παραγωγή υψηλής έντασης εκπομπών αλλού και εισάγοντας τα αντίστοιχα προϊόντα.
Αντίστοιχα, χώρες με μεγάλους εξαγωγικούς αγροτικούς τομείς μπορεί να εμφανίζουν υψηλές εκπομπές επειδή παράγουν τρόφιμα για κατανάλωση στο εξωτερικό. Οι ερευνητές θεωρούν, επομένως, ότι ένας δείκτης εκπομπών με βάση την κατανάλωση θα έδινε πληρέστερη εικόνα, ενώ μελλοντικές εκδόσεις της αξιολόγησης θα μπορούσαν να διαχωρίζουν τις συνολικές εκπομπές σε μεθάνιο, υποξείδιο του αζώτου και διοξείδιο του άνθρακα.
Η Ευρώπη σε καλύτερη θέση, αλλά με σημαντικά κενά
Σε επίπεδο περιοχών, η Ευρώπη εμφανίζει συγκριτικά καλύτερες επιδόσεις από αρκετές άλλες. Μαζί με την Ασία διαθέτει τον μεγαλύτερο αριθμό δεικτών για τους οποίους η περιφερειακή μέση απόσταση από έναν παγκόσμιο στόχο ή ορόσημο είναι μικρότερη από 25%, γεγονός που υποδηλώνει ότι βρίσκεται γενικά πιο κοντά στην επίτευξή τους.
Ωστόσο, 19 δείκτες παραμένουν εκτός τροχιάς για το 2030. Για μια πιο ρεαλιστική αποτύπωση της προόδου, η μελέτη αξιοποιεί, πέρα από τους παγκόσμιους στόχους, περιφερειακά και εισοδηματικά ορόσημα, βασισμένα στις επιδόσεις χωρών με παρόμοια χαρακτηριστικά. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύονται τόσο τα κενά όσο και χώρες που μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα για την επιτάχυνση της προόδου.
Οι μεγαλύτερες απαιτήσεις αφορούν την Αφρική
Οι διαφορές μεταξύ των περιοχών είναι μεγάλες, όμως η Αφρική αντιμετωπίζει σταθερά τις μεγαλύτερες απαιτήσεις, καθώς για 16 δείκτες θα χρειάζονταν ετήσιες μεταβολές άνω του 15%-20% για την επίτευξη των παγκόσμιων οροσήμων έως το 2030.
Η Ευρώπη χρειάζεται γενικά μικρότερες προσαρμογές. Ωστόσο, ορισμένοι δείκτες απαιτούν βαθιές αλλαγές σε όλες τις περιοχές, μεταξύ αυτών η επισιτιστική ανασφάλεια, η οικονομική προσιτότητα μιας υγιεινής διατροφής, η παιδική εργασία, η κυβερνητική αποτελεσματικότητα και οι εκπομπές των επισιτιστικών συστημάτων.
Ενδεικτικό της πρόκλησης είναι ότι για την επίτευξη του παγκόσμιου στόχου για τις εκπομπές των επισιτιστικών συστημάτων έως το 2030 θα απαιτούνταν μειώσεις άνω του 70% ετησίως.
Περιθώριο αισιοδοξίας για το 2050
Η εικόνα, όμως, βελτιώνεται αισθητά όταν ο ορίζοντας μεταφέρεται στο 2050. Οι περισσότεροι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν σε τουλάχιστον ορισμένες περιοχές και αρκετοί σε όλες, εφόσον οι χώρες διορθώσουν την πορεία τους και επιταχύνουν την πρόοδο. Η παράταση του χρονικού ορίζοντα μειώνει σημαντικά τους απαιτούμενους ετήσιους ρυθμούς μεταβολής. Ωστόσο, ακόμη και το 2050 παραμένουν εξαιρετικά δύσκολοι στόχοι που αφορούν τις εκπομπές των επισιτιστικών συστημάτων, την παιδική εργασία και την επισιτιστική ανασφάλεια. Η δυνατότητα επίτευξής τους εξαρτάται από τη διατήρηση σταθερής προόδου από τώρα και στο εξής.
Η διακυβέρνηση ως «μοχλός»
Η διακυβέρνηση αποτελεί κρίσιμο παράγοντα του μετασχηματισμού, καθώς η αποτελεσματικότητα των κυβερνήσεων, η λογοδοσία και η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών αλληλεπιδρούν με μεγάλο αριθμό άλλων δεικτών.
Η βελτίωσή τους μπορεί, επομένως, να λειτουργήσει ως μοχλός για την πρόοδο ολόκληρου του συστήματος. Η αξιολόγηση επισημαίνει ότι η επίτευξη των στόχων έως το 2030 στους συγκεκριμένους τομείς θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη σε Αφρική, Αμερική και Ασία και θα απαιτήσει πιο συμμετοχικές διαδικασίες και καλύτερο συντονισμό μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης.








