Αντιπυρική περίοδος 2024: Στο «κόκκινο» ξανά η αγωνία για τους Έλληνες αγρότες

Οι πυρκαγιές αναμένεται να πλήξουν και φέτος με δριμύτητα τα πολύτιμα αγροδασικά οικοσυστήματα, να απειλήσουν ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και τοπικές οικονομίες. Όσο για τους αγρότες, αυτοί εξακολουθούν να βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, απέναντι σε ένα φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να περιοριστεί
24/06/2024
16' διάβασμα
antipyriki-periodos-2024-sto-kokkino-xana-i-agonia-gia-tous-ellines-agrotes-324345

Σχεδόν έναν χρόνο μετά το πέρασμα της καταστροφικής πυρκαγιάς από το νησί της Ρόδου, ο Βασίλης Πιπέρης ξαναζεί τη στιγμή που η φωτιά «αγκάλιασε» τα δέντρα στον ελαιώνα του, στο χωριό Απόλλωνα. Ο ίδιος, στην προσπάθεια να σώσει ό,τι μπορούσε από τις φλόγες, υπέστη σοβαρά εγκαύματα και νοσηλεύτηκε.

«Πάθαμε ζημιές μεγάλες. Ελαιόδεντρα, με κορμούς όσο δύο και τρία άτομα φάρδος, κάηκαν ολοσχερώς», λέει στην «ΥΧ». «Στη Ρόδο, η φωτιά ξεκίνησε καθαρά από δασική έκταση, ήταν εμπρησμός, και μετά έκαψε το μισό νησί. Μπήκε μέσα στα ελαιόδεντρα προκαλώντας μεγάλες ζημιές, και φέτος δεν θα έχουμε λάδι. Κάποια ελαιόδεντρα έγιναν στάχτη και κάποια άλλα τα έπιασε ο καπνός και η θερμοκρασία και μετά από λίγο καιρό πέταξαν “μύτες”. Αυτά με κλάδεμα μπορούν να συνέλθουν, αλλά θα χρειαστούν χρόνια», καταλήγει.

Τις δύσκολες στιγμές που έζησε μάς περιγράφει και ο Δημήτρης Αδαμίδης, από τη Μάκρη Αλεξανδρούπολης, που είδε τα αιωνόβια ελαιόδεντρα της οικογενειακής του επιχείρησης να γίνονται κυριολεκτικά στάχτη όταν, τον Αύγουστο του 2023, η πύρινη λαίλαπα πέρασε από τον Έβρο. «Είμαστε ένας παραδοσιακός ελαιώνας της γηγενούς ποικιλίας Μάκρης, ηλικίας 200 και πλέον ετών. Άρα, μιλάμε για υπεραιωνόβια δέντρα. Δεν μπορεί να τα αντικαταστήσει κανείς», εξηγεί στην «ΥΧ», υπογραμμίζοντας ότι «φέτος, η παραγωγή που θα έχουμε, αν έχουμε, θα είναι ασύλληπτα μικρή».

Και δεν είναι οι μόνοι που είδαν τους κόπους τους να τυλίγονται στις φλόγες. Αρκεί να παραθέσουμε κάποια στατιστικά: 1.150 πυρκαγιές καταγράφηκαν μόνο το 2023 στη χώρα μας – οι περισσότερες σε ένα έτος. Οι πυρκαγιές είναι υπεύθυνες για το 66% απώλειας της δενδρώδους βλάστησης στην Ελλάδα μεταξύ 2001 και 2023, ενώ, για την ίδια περίοδο, το υψηλότερο ποσοστό απώλειας σημειώθηκε στην Πελοπόννησο, τη Δυτική Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά. Την ίδια στιγμή, οι ζημιές από τις φωτιές την περασμένη χρονιά υπολογίζονται στο 1,66 δισ. ευρώ!

Η αρνητική αυτή «πρωτιά» δείχνει ξεκάθαρα ότι οι τοπικές κοινότητες, αλλά και ο κρατικός μηχανισμός δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι να αποτρέψουν ή να μειώσουν τον κίνδυνο πυρκαγιών, να προστατέψουν οικισμούς και περιουσίες και να υπερασπιστούν την ανθρώπινη ασφάλεια από τις άμεσες, αλλά και τις έμμεσες συνέπειές τους.

Ο καθηγητής Johann Georg Goldammer, πρόεδρος του Ινστιτούτου Max Planck και διευθυντής του Παγκόσμιου Κέντρου Παρακολούθησης Πυρκαγιών, υποστηρίζει ότι «στην Ευρώπη, η προσέγγιση της πυρκαγιάς είναι τεχνοκεντρική και αντιπροσωπεύει συμβολικά την έννοια του “τρέχουμε πίσω από τη φωτιά” αντί να καλλιεργηθούν ικανότητες που θα βοηθήσουν να μπουν οι κοινωνίες μας “μπροστά από τη φωτιά”, δηλαδή να οικοδομήσουμε τοπία και κοινωνίες ανθεκτικές στις πυρκαγιές».

«Όπως και στη Γερμανία, οι ελληνικές αρχές γενικά αντιστέκονται αρκετά στις συμμετοχικές προσεγγίσεις στη διαχείριση των πυρκαγιών. Προτιμούν να αγοράζουν αεροπλάνα και πυροσβεστικά οχήματα υψηλής τεχνολογίας», περιγράφει στην «ΥΧ» ο κ. Goldammer.

Ο παράγοντας κλίμα

Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή της NASA, οι επιπτώσεις που οι επιστήμονες είχαν προβλέψει ότι θα προέκυπταν από την κλιματική αλλαγή συμβαίνουν τώρα. Μία από αυτές είναι και οι μεγαλύτεροι και εντονότεροι καύσωνες, με αποτέλεσμα την άνοδο της θερμοκρασίας που θα παρατείνει και θα εντείνει περαιτέρω την αντιπυρική περίοδο.

Ο Αλεξανδρος Π. Δημητρακόπουλος, καθηγητής Δασικών Πυρκαγιών και πρόεδρος του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, διευκρινίζει: «Με δεδομένο ότι ο Ιούλιος 2023 θεωρείται ως ο θερμότερος Ιούλιος που καταγράφηκε σε όλο τον πλανήτη Γη, μπορούμε να πούμε ότι είναι έμμεση συνέπεια της κλιματικής αλλαγής που υφιστάμεθα τα τελευταία 40 χρόνια».

Ο ίδιος προβλέπει ότι «το 2024, λόγω του ήπιου χειμώνα και της αύξησης της χορτολιβαδικής βλάστησης, πρέπει να αναμένεται εξίσου επικίνδυνο από άποψη δασικών πυρκαγιών, όπως προμηνύουν και οι πρώιμες πυρκαγιές του Απριλίου σε Πιερία και Πρέσπες».

Όμως, και οι ίδιοι οι παραγωγοί, από την πλευρά τους, παρατηρούν πως το κλίμα έχει αλλάξει ριζικά. «Το κλίμα που έχουμε αυτήν τη στιγμή δεν το αναγνωρίζουμε. Έχει μετατραπεί σε ένα τροπικό κλίμα και πλέον αντιμετωπίζουμε πρωτόγνωρες συνθήκες. Θερμοκρασίες, υγρασίες, όλα έχουν αλλάξει», μας λέει ο κ. Αδαμίδης, ενώ δεν κρύβει ότι υπάρχουν πολλά ερωτηματικά για το μέλλον, αλλά και αγωνία. «Βέβαια, νομίζω ότι πλέον έχει πάψει να είναι αγωνία, έχει περάσει σε άλλα επίπεδα το συναίσθημα για τη διαχείριση αυτών των συνθηκών».

Οι αγρότες στην πρώτη γραμμή

Καθώς οι θερμοκρασίες σε όλη την Ευρώπη ανεβαίνουν στα ύψη και αυτήν τη σεζόν, οι Έλληνες γεωργοί υποφέρουν. Όχι μόνο από τον φόβο κάποιας πιθανής πυρκαγιάς, αλλά και από την ολιγωρία των υπευθύνων να αντιμετωπίσουν σοβαρά και ουσιαστικά τις καταστροφές που έχουν συντελεστεί. Όλοι συμφωνούν στο εξής: Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, χρειάζονται επειγόντως προτάσεις και λύσεις για να μειωθούν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών στις τοπικές κοινωνίες της χώρας και να καταφέρει η πρωτογενής παραγωγή, που επλήγη, να ορθοποδήσει.

«Φαίνεται ότι η συχνότητα των μεγάλων καταστρεπτικών πυρκαγιών αυξάνεται με τα χρόνια», μας εξηγεί ο κ. Δημητρακόπουλος. «Αυτό αναμένεται να είναι ιδιαίτερα επιζήμιο για την αγροτική παραγωγή, γιατί μεγάλο μέρος των καμένων εκτάσεων κατά τη διάρκεια των δασικών πυρκαγιών είναι και πολύτιμες αγροτικές καλλιεργούμενες εκτάσεις – κυρίως ελαιόδεντρα, αμπελώνες, σιτηρά».

Παρ’ όλα αυτά, οι γεωργικές περιοχές και κοινωνίες δεν έχουν την υποστήριξη που χρειάζονται για να αντιπαρέλθουν τις καταστροφές. Οι επιδοτήσεις στα… καμένα δεν αρκούν και σίγουρα δεν αποτελούν βιώσιμη λύση. Παράλληλα, πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν ότι οι αγρότες πρέπει να εμπλακούν ενεργά στην πρόληψη και την κατάσβεση. Ο κ. Goldammer μάς αναφέρει χωρίς περιστροφές ότι «η συμμετοχή της γεωργικής κοινότητας είναι το κλειδί για την επιτυχία, όχι οι “βομβαρδιστές” νερού».

«Δυστυχώς, ο μέσος πολίτης είναι δύσκολο να καταλάβει τη σημασία του πρωτογενούς τομέα», λέει με απογοήτευση ο κ. Αδαμίδης, για να συμπληρώσει ότι υπάρχει η εντύπωση ότι οι αγρότες δεν επηρεάζονται σοβαρά από τις πυρκαγιές. Και δεν έχει άδικο. Ο κόσμος πιστεύει ότι η φωτιά σε ένα αγρόκτημα σημαίνει την απώλεια μόνο ενός έτους σκληρής δουλειάς και συγκομιδής. Στην πραγματικότητα, όμως, μετά την πυρκαγιά, το έδαφος χρειάζεται περίπου επτά χρόνια για να φτάσει σε μια κατάσταση στην οποία να μπορεί να καλλιεργηθεί, ενώ ένα ελαιόδεντρο χρειάζεται τρία χρόνια για να αναπτυχθεί. Για να έχει, λοιπόν, ένας ελαιοπαραγωγός μια επιτυχημένη συγκομιδή μετά την πυρκαγιά, θα πρέπει να περιμένει κατά μέσο όρο δέκα χρόνια!

Μαθήματα προς πάσα κατεύθυνση

Αν κάτι μας διδάσκει η καταστροφή που συντελέστηκε το 2023, είναι ότι χρειαζόμαστε άμεσα έναν νέο σχεδιασμό που δεν θα αφορά μόνο τις πυρκαγιές, αλλά το περιβάλλον και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, συνολικά. Ένα σχέδιο δράσης για την αγροτική παραγωγή, που θα κάνει τον γεωργό συμμέτοχο στην αντιμετώπιση των φυσικών φαινομένων και καταστροφών, που θα του δώσει ισχυρά κίνητρα να αγκαλιάσει μια πιο «πράσινη» καλλιέργεια και κτηνοτροφία. Που θα βοηθήσει την ύπαιθρο να γίνει μέρος στον μετριασμό των κρίσεων που προέρχονται από την ανθρωπογενή επίδραση στο περιβάλλον.

Είναι σαφές ότι η απάντηση στις πυρκαγιές θα πρέπει να είναι ολιστική, μέσω ενός ολοκληρωμένου και συνεκτικού πλαισίου για τη διαχείρισή τους. Ενός πλαισίου που θα αντικαταστήσει τις μεμονωμένες και ασύνδετες υπηρεσίες και δράσεις πρόληψης ή καταστολής, ενώ θα διασφαλίζει και θα ενισχύει την κοινωνική, περιβαλλοντική και οικονομική ανθεκτικότητα.

«Οι πυρκαγιές σβήνουν στην αρχή. Όταν τρέξεις και “πιάσεις” τη φωτιά την ώρα που ξεκινά, σβήνει. Όταν πάρει διαστάσεις, ακόμη και να έρθουν αεροπλάνα, δεν σβήνουν αυτά τα πράγματα», επισημαίνει ο κ. Πιπέρης, ενώ ο κ. Αδαμίδης τονίζει ότι «δεν νομίζω ότι υπάρχει ή ότι μπορεί να υπάρξει κάποιος να δώσει μαγικές λύσεις. Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για την επίλυση αυτής της συνθήκης».

«Το 2024 πρέπει να αναμένεται εξίσου επικίνδυνο από άποψη δασικών πυρκαγιών, όπως προμηνύουν και οι πρώιμες πυρκαγιές του Απριλίου σε Πιερία και Πρέσπες», διευκρινίζει ο καθηγητής Αλέξανδρος Π. Δημητρακόπουλος από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Για να έχει ένας ελαιοπαραγωγός μια επιτυχημένη συγκομιδή μετά την πυρκαγιά, θα πρέπει να περιμένει κατά μέσο όρο δέκα χρόνια.

 

Johann Georg Goldammer
Οι μεσογειακές χώρες πρέπει να αναπτύξουν προγράμματα για την αναγέννηση του αγροτικού χώρου

Ο πρόεδρος του Ινστιτούτου Max Planck και διευθυντής του Παγκόσμιου Κέντρου Παρακολούθησης Πυρκαγιών μιλά στην «ΥΧ»

Το 2023 ήταν η χρονιά με τον μεγαλύτερο αριθμό πυρκαγιών στη χώρα μας. Ποιος ο ρόλος της κλιματικής αλλαγής;

Στην περιοχή της Μεσογείου –συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας– ο αριθμός των πυρκαγιών δεν σχετίζεται με τον καιρό ή την κλιματική αλλαγή, διότι η συντριπτική τους πλειονότητα προκαλείται από τους ανθρώπους – τυχαία, από αμέλεια ή εσκεμμένα. Στην Ελλάδα, τα ξηρά και ζεστά καλοκαίρια δεν αποτελούν νέο φαινόμενο – αν και η διάρκεια της ξηρασίας αυξάνεται ως συνέπεια της επιταχυνόμενης κλιματικής κρίσης.

Πιο σημαντικές, ωστόσο, είναι οι συνέπειες της εγκατάλειψης των πολιτιστικών τοπίων. Η αγροτική έξοδος και η αστικοποίηση της νέας γενιάς αφήνουν πίσω τους εγκαταλειμμένα χωριά, αγροικίες και χωράφια. Το φυσικό δυναμικό παραγωγικότητας του αγροτικού χώρου αξιοποιείται λιγότερο από ό,τι στο παρελθόν και έχει γίνει, πλέον, βορά στις πυρκαγιές. Χρόνο με τον χρόνο, η συσσωρευόμενη μη χρησιμοποιούμενη βιομάζα γίνεται «καύσιμο» για τις πυρκαγιές που καίνε με μεγαλύτερη ένταση και οι οποίες είναι πιο δύσκολο έως αδύνατον μερικές φορές να ελεγχθούν.

Το πιο σημαντικό είναι η αυξανόμενη σοβαρότητα των πυρκαγιών. Αυξανόμενη σοβαρότητα σημαίνει ότι τα υψηλά φορτία βιομάζας καίγονται περισσότερο και σε υψηλότερες θερμοκρασίες διεισδύουν στο έδαφος μέχρι τις ρίζες των δέντρων και των θάμνων, με αποτέλεσμα την άγονη, αποψιλωμένη φυτοκάλυψη. Αυτό μειώνει τη δυνατότητα αναγέννησης και οδηγεί σε διάβρωση, κατολισθήσεις και πλημμύρες.

Γίνονται, τελικά, τέτοια φαινόμενα όλο και πιο συνηθισμένα; Τι σημαίνει αυτό για την αγροτική παραγωγή;

Η τάση της αυξανόμενης ερημοποίησης των εγκαταλειμμένων πολιτιστικών τοπίων συνεχίζεται. Έτσι, αρχικά, η γεωργική παραγωγή –συμπεριλαμβανομένης της ελεγχόμενης βόσκησης από την κτηνοτροφία– θα πρέπει μεν να επεκταθεί, αλλά να κατευθυνθεί σε καινοτόμες και βιώσιμες λύσεις.

Η διαχείριση μόνο μεγάλων εκτάσεων αγροτοβιομηχανικών καλλιεργειών δεν θα λύσει το πρόβλημα της αυξανόμενης ευφλεκτότητας των απομακρυσμένων και συχνά απόκρημνων και βραχωδών εδαφών όπου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προηγμένα γεωργικά μηχανήματα.

Η καινοτομία που θα εφαρμοστεί στον αγροτικό χώρο πρέπει να είναι δημιουργική, αλλά, την ίδια στιγμή, διαφορετική από τις αντιλήψεις που έχουν επικρατήσει τα τελευταία χρόνια. Για παράδειγμα, οι παραδοσιακές μορφές ανάπτυξης και επέκτασης του τουρισμού δεν συμβαδίζουν με την καλλιέργεια της γης.

Υπάρχει τρόπος να μετριάσουμε αυτά τα φαινόμενα (σ.σ. τις πυρκαγιές);

Υπάρχει μια νέα γενιά αγροτών και αστών που δείχνει πρόθυμη να εγκαταλείψει τις μητροπολιτικές περιοχές και να επενδύσει σε οικολογικές πρακτικές και νεοφυείς επιχειρήσεις. Προσωπικά, πιστεύω ότι οι μεσογειακές χώρες πρέπει να αναπτύξουν μαζικά προγράμματα για την αναγέννηση του αγροτικού χώρου, με τη διπλή πρόθεση να μετατρέψουν τις εγκαταλειμμένες περιοχές σε ενεργά διαχειριζόμενες γεωργικές εκτάσεις, με στόχο την επισιτιστική ασφάλεια και τη μείωση της εισαγωγής τροφίμων από άλλες χώρες, ελαττώνοντας, ταυτόχρονα, τον κίνδυνο πυρκαγιών.

Μέχρι στιγμής, πολλές χώρες επικεντρώνονται σε τεχνολογικές λύσεις. Οι λύσεις υψηλής τεχνολογίας, όπως οι εναέριες και επίγειες τεχνολογίες πυρόσβεσης, αποτελούν έκφραση του «τρέχω πίσω από το πρόβλημα». Αντ’ αυτού, πρέπει να μπούμε μπροστά από το πρόβλημα και να αντιμετωπίσουμε τα βαθύτερα αίτια της αύξησης του κινδύνου πυρκαγιάς και, κυρίως, τη σοβαρότητα των πυρκαγιών.

Τα μεσογειακά κράτη-μέλη της ΕΕ θα πρέπει να ασκήσουν πίεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και να απαιτήσουν την επιδότηση της συμμετοχής των αγροτικών φορέων. Οι αγρότες, αλλά και οι εθελοντές θέλουν με ενθουσιασμό να αποτρέψουν, αλλά και να καταπολεμήσουν τις πυρκαγιές. Οφείλουμε να τους «αγκαλιάσουμε» και να τους υποστηρίξουμε, ώστε να μπορέσουν να υπερασπιστούν τα αγροτικά περιουσιακά στοιχεία από τις φωτιές.

Οι εμπειρογνώμονες διαχείρισης πυρκαγιών στην Ελλάδα, την Ευρώπη και παγκοσμίως έχουν αναπτύξει μεθόδους και εκπαιδευτικό υλικό που είναι διαθέσιμα προς χρήση από τους πολίτες για την ενεργή προστασία ιδιωτικών και δημόσιων εκτάσεων, αλλά και την υπεράσπιση χωριών και αγροκτημάτων, καθώς και των ενδιάμεσων περιοχών από πυρκαγιές. Οι αγρότες έχουν τεράστιες δυνατότητες στην πρόληψη και τον έλεγχο των πυρκαγιών – για παράδειγμα, αν εξοπλιστούν με πυροσβεστικό υλικό τα τρακτέρ, που είναι φθηνότερα, πιο ευέλικτα σε συνθήκες εκτός δρόμου και πιο αποτελεσματικά από τα κλασικά πυροσβεστικά οχήματα. Ας τους στηρίξουμε!

«Το φυσικό δυναμικό παραγωγικότητας του αγροτικού χώρου αξιοποιείται λιγότερο από ό,τι στο παρελθόν και έχει γίνει, πλέον, βορά στις πυρκαγιές», αναφέρει ο Johann Georg Goldammer.