Αποτελεσματικός έλεγχος ζιζανίων σε συστήματα μηδενικής κατεργασίας (no-till)

Ο αποτελεσματικός έλεγχος των ζιζανίων αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις στα συστήματα μηδενικής κατεργασίας του εδάφους ή αλλιώς, ακατεργασίας (no-till). Με τον όρο ακατεργασία εννοούμε την πλήρη κατάργηση των μηχανικών επεμβάσεων στο έδαφος, οι οποίες παραδοσιακά εφαρμόζονται τόσο για την αντιμετώπιση της εδαφικής συμπίεσης όσο και για την καταπολέμηση των ζιζανίων. Ως αποτέλεσμα, η διαχείριση των ζιζανίων απαιτεί μετάβαση από την παραδοσιακή πρακτική της συνδυασμένης μηχανικής και χημικής καταστροφής σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει στρατηγικό σχεδιασμό, συνεχή παρακολούθηση και κατάλληλο συνδυασμό χημικών, καλλιεργητικών, βιολογικών και φυσικών μεθόδων.
Το πρώτο και βασικό βήμα για έναν παραγωγό είναι να γνωρίζει ποια ζιζάνια καλείται να αντιμετωπίσει, τη βιολογία τους και τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονται στα συστήματα ακατεργασίας. Η σωστή αναγνώριση των ειδών και η κατανόηση της δυναμικής τους αποτελούν προϋπόθεση για αποτελεσματικό και μακροπρόθεσμο έλεγχο. Η απουσία κατεργασίας του εδάφους και, κυρίως, η κατάργηση της αναστροφής με το όργωμα, οδηγεί στη συγκέντρωση των σπόρων των ζιζανίων στην επιφάνεια ή στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να ευνοείται η βλάστηση των μικρόσπερμων ετήσιων ζιζανίων, τα οποία φυτρώνουν εύκολα. Παράλληλα, η έλλειψη μηχανικής διατάραξης μειώνει σημαντικά τη διασπορά και τη θνησιμότητα των πολυετών ζιζανίων που πολλαπλασιάζονται με ριζώματα ή στόλωνες.
Η παρουσία ζιζανίων και ιδίως πολυετών, είναι αυτή που συνήθως τρομάζει τους παραγωγούς και τους καθιστά επιφυλακτικούς απέναντι στα συστήματα ακατεργασίας. Ωστόσο, στην πράξη θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Είναι γνωστό ότι ζιζάνια όπως η αγριάδα, η κύπερη, ο βέλιουρας και άλλα πολυετή είδη εξαπλώνονται συχνά μέσω της μηχανικής κατεργασίας του εδάφους, καθώς τα καλλιεργητικά εργαλεία τεμαχίζουν και μεταφέρουν τα ριζώματα και τα άλλα πολλαπλασιαστικά όργανα, διευκολύνοντας τη διασπορά τους σε όλο το χωράφι. Αντίστοιχα, τα επαναλαμβανόμενα ετήσια οργώματα θάβουν σπόρους ετήσιων ζιζανίων σε βάθος, οι οποίοι παραμένουν ζωντανοί και επανέρχονται στην επιφάνεια τα επόμενα χρόνια με τις νέες κατεργασίες, διαιωνίζοντας και συχνά επιδεινώνοντας το πρόβλημα. Η μη κατεργασία του εδάφους, επομένως, παρουσιάζει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα: αφενός δεν θάβονται σπόροι ετήσιων ζιζανίων και αφετέρου δεν μεταφέρεται και δεν διασπείρεται πολλαπλασιαστικό υλικό πολυετών ζιζανίων. Εφόσον τα ζιζάνια ελεγχθούν έγκαιρα και συστηματικά στα πρώτα χρόνια εφαρμογής του συστήματος, η συνολική πίεση μειώνεται σταδιακά και, μεσοπρόθεσμα, μπορεί να περιοριστεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα.
Η χημική καταπολέμηση αποτελεί βασικό πυλώνα της διαχείρισης των ζιζανίων στα περισσότερα συστήματα ακατεργασίας, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του συστήματος. Οι προσπαρτικές εφαρμογές με καθολικού τύπου ζιζανιοκτόνα χρησιμοποιούνται ευρέως για την καταστροφή της υφιστάμενης βλάστησης πριν τη σπορά.
Ο έλεγχος των ζιζανίων σε αυτό το στάδιο είναι κρίσιμης σημασίας για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, η απουσία μηχανικής κατεργασίας επιτρέπει τη χρήση καθολικών διασυστηματικών ζιζανιοκτόνων με υψηλή αποτελεσματικότητα και δεύτερον, ο πρώιμος ανταγωνισμός από τα ζιζάνια επηρεάζει δυσανάλογα την τελική απόδοση της καλλιέργειας.
Η εφαρμογή των καθολικών ζιζανιοκτόνων θα πρέπει να πραγματοποιείται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στη σπορά, ώστε να επιτραπεί η βλάστηση του μέγιστου δυνατού αριθμού ζιζανίων και να επιτευχθεί πιο ολοκληρωμένος έλεγχος. Ωστόσο, σε ορισμένες καλλιέργειες, όπως το βαμβάκι, ενδέχεται να παρατηρηθούν φαινόμενα αλληλοπάθειας, τα οποία σχετίζονται με τοξικές εκκρίσεις από τις ρίζες των ζιζανίων κατά τη νέκρωσή τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνιστάται η εφαρμογή του ζιζανιοκτόνου να γίνεται έως και δύο εβδομάδες πριν από τη σπορά, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος φυτοτοξικότητας. Η εφαρμογή καθολικού ζιζανιοκτόνου μετά τη σπορά αλλά πριν από το φύτρωμα της καλλιέργειας, αν και γενικά θεωρείται ασφαλής, καλό είναι να αποφεύγεται. Η μηχανική διατάραξη που προκαλείται από τη σπαρτική μηχανή μπορεί να καλύψει μικρά ζιζάνια με χώμα, με αποτέλεσμα αυτά να μην έρθουν σε επαφή με το ζιζανιοκτόνο και να διαφύγουν τον έλεγχο.
Μια ιδιαίτερη περίπτωση στον χημικό έλεγχο των ζιζανίων στα συστήματα ακατεργασίας είναι η χρήση προφυτρωτικών ζιζανιοκτόνων που απαιτούν ενσωμάτωση στο έδαφος. Εφόσον δεν πραγματοποιείται κατεργασία, η μηχανική ενσωμάτωση δεν είναι εφικτή, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τη χρησιμότητα αυτών των σκευασμάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εφαρμογή προφυτρωτικών ζιζανιοκτόνων θα πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από επαρκή βροχόπτωση ή άρδευση, ώστε να μετακινηθεί η δραστική ουσία στο έδαφος. Εάν αυτό δεν είναι εξασφαλισμένο, η χρήση τους θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η εφαρμογή είναι πρακτικά αναποτελεσματική.
Όταν επιλέγεται η εφαρμογή προφυτρωτικού ζιζανιοκτόνου, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή τόσο στον όγκο του ψεκαστικού διαλύματος όσο και στον τρόπο εφαρμογής. Η παρουσία φυτικών υπολειμμάτων στην επιφάνεια του εδάφους μπορεί να εμποδίσει το ψεκαστικό υγρό να καταλήξει στο έδαφος ή να οδηγήσει σε δέσμευση της δραστικής ουσίας πάνω στα υπολείμματα, μειώνοντας σημαντικά την αποτελεσματικότητα του ζιζανιοκτόνου. Για τον λόγο αυτό, συνιστάται η χρήση αυξημένου όγκου ψεκαστικού υγρού και η εφαρμογή με μπεκ τύπου σκούπας σε χαμηλότερη πίεση, ώστε να παράγονται μεγαλύτερες σταγόνες. Οι σταγόνες αυτές έχουν αυξημένη πιθανότητα να διαπεράσουν το στρώμα των φυτικών υπολειμμάτων και να καταλήξουν στην επιφάνεια του εδάφους, βελτιώνοντας την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής.
Ο αποτελεσματικός προφυτρωτικός έλεγχος των ζιζανίων μπορεί, με την πάροδο του χρόνου, να περιορίσει σημαντικά ή ακόμη και να καταστήσει περιττές τις μεταφυτρωτικές εφαρμογές ζιζανιοκτόνων. Καθώς μειώνεται σταδιακά το απόθεμα των σπόρων και του υπόγειου πολλαπλασιαστικού υλικού στο έδαφος, η ανταγωνιστικότητα των ζιζανίων περιορίζεται, ιδιαίτερα όταν η κύρια καλλιέργεια εγκαθίσταται και αναπτύσσεται ομοιόμορφα και ζωηρά. Ωστόσο, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μη δίνεται η δυνατότητα παραγωγής νέων σπόρων από ζιζάνια που ενδέχεται να διαφύγουν του αρχικού ελέγχου. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι μεταφυτρωτικές εφαρμογές ζιζανιοκτόνων εξακολουθούν να είναι απαραίτητες, με στόχο την αποτροπή της ανανέωσης του αποθέματος των σπόρων. Η εφαρμογή των μεταφυτρωτικών ζιζανιοκτόνων γίνεται σύμφωνα με τις καθιερωμένες πρακτικές, ωστόσο είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εφαρμόζεται εναλλαγή δραστικών ουσιών και τρόπων δράσης, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης ανθεκτικότητας. Σε σκαλιστικές καλλιέργειες επιπλέον, είναι δυνατή η στοχευμένη χρήση καθολικών ζιζανιοκτόνων μεταξύ των γραμμών, με τη χρήση γραμμικών ψεκαστικών εξοπλισμένων με καλύπτρες, ώστε να αποφεύγεται η επαφή με την καλλιέργεια.
Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα στον έλεγχο των ζιζανίων παρουσιάζει η χρήση ψεκαστικών drones. Πειραματικά δεδομένα από το Εργαστήριο Γεωργικής Μηχανολογίας έχουν δείξει ότι οι εφαρμογές καθολικών ζιζανιοκτόνων με drones μπορούν να είναι αποτελεσματικότερες σε σχέση με τις συμβατικές μεθόδους. Αυτό αποδίδεται στο κατόρευμα που δημιουργείται από τις έλικες των drones, το οποίο διευκολύνει τη διείσδυση του ψεκαστικού διαλύματος στο φύλλωμα των ζιζανίων, βελτιώνοντας την κάλυψη και την αποτελεσματικότητα της επέμβασης.
Σε κάθε περίπτωση, ο χημικός έλεγχος δεν πρέπει να εφαρμόζεται μεμονωμένα, αλλά να εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική διαχείρισης των ζιζανίων, που θα περιλαμβάνει αμειψισπορές, διατήρηση φυτικών υπολειμμάτων στην επιφάνεια του εδάφους για την παρεμπόδιση της βλάστησης των ζιζανίων, καθώς και την αξιοποίηση καλλιεργειών κάλυψης και άλλων καλλιεργητικών μέτρων.









