Oι δύο διασώσεις πίσω από το success story της «Βιότοπος»

Μετά τη φέτα, η εταιρεία δοκιμάζει τις δυνάμεις της και στο εμφιαλωμένο γάλα

-Διαφήμιση-

Η περίπτωση των βιολογικών γαλακτοκομικών προϊόντων «Βιότοπος» παρουσιάζει ενδιαφέρον, έχοντας να παρουσιάσει μια ιδιαίτερη ιστορία. Αν και η επιχείρηση Καλαμαία Τρόφιμα, η οποία βρίσκεται πίσω από το εν λόγω σήμα, δραστηριοποιείται από το 2001 με επιτυχία στην εισαγωγή, στη διανομή και στην πώληση βιολογικών προϊόντων στην ελληνική αγορά, ήταν το 2017 όταν και ανέλαβε τις τύχες ενός βιολογικού αγροκτήματος στη Νέα Εκκλησούλα Αρκαδίας που ξεκίνησε για πρώτη φορά την παραγωγή δικών της προϊόντων με αιχμή το βιολογικό πρόβειο γιαούρτι και τη βιολογική φέτα.

Η ιστορία διαχείρισης αυτού του αγροκτήματος δείχνει πως όταν συνδυάζονται η τόλμη, η γνώση και ο σωστός επιχειρηματικός σχεδιασμός, ακόμα και μια δύσκολη κατάσταση στην Ελλάδα της κρίσης μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία και, τελικά, σε «success story». Ο Σταύρος Χαϊδεμένος, γενικός διευθυντής της Καλαμαία Τρόφιμα, μαζί με τη Χριστίνα Αυγουστίδου, υπεύθυνη μάρκετινγκ της επιχείρησης, ξετυλίγουν στην «ΥΧ» το κουβάρι της όμορφης αυτής διαδρομής.

Η αναγέννηση ενός αγροκτήματος

Το 2012, στην ιδιοκτησία της Καλαμαία Τρόφιμα περιήλθε η «Βιοτός», εταιρεία βιολογικών προϊόντων, που είχε χτυπηθεί από την κρίση. «Το χαρτοφυλάκιο των προϊόντων της περιελάμβανε σοκολατούχο γάλα και αγελαδινό γιαούρτι σε γυάλινη συσκευασία, τα οποία και διατηρήσαμε. Παράλληλα, αλλάξαμε την επωνυμία των προϊόντων σε “Βιότοπος“», αναφέρει ο κ. Χαϊδεμένος.

Στην ανωτέρω εξέλιξη, σύντομα ήρθε να προστεθεί μια… δεύτερη διάσωση: «Ήταν Ιούλιος του 2017, όταν επικοινώνησε μαζί μας ο κτηνίατρος Γιάννης Κονταργύρης από τη Μεγαλόπολη με τον οποίο είχε γίνει μια πρώτη γνωριμία το 2015. Ήταν αυτός που δημιούργησε την πρώτη ομάδα βιοκαλλιεργητών και κτηνοτρόφων βιολογικής παραγωγής στην Αρκαδία. Ο Γιάννης διαχειριζόταν μια φάρμα και τυροκομική μονάδα στη Νέα Εκκλησούλα. Όταν επικοινώνησε μαζί μας είχε 200 αιγοπρόβατα, τα οποία εξέτρεφε παράγοντας βιολογικό πρόβειο γιαούρτι και λευκό τυρί, το οποίο μέχρι τότε πωλούσε στην τοπική αγορά.

Ο φορέας, ο οποίος διαχειριζόταν το αγρόκτημα είχε αποχωρήσει, εγκαταλείποντάς το, επί της ουσίας, στην τύχη του. Συναντηθήκαμε και αποφασίσαμε να αναλάβουμε εξ ολοκλήρου τη διαχείριση του αγροκτήματος.

Η απόφασή μας ήταν άμεση και βασίστηκε στην αξιοπιστία και στο μεράκι του Γιάννη για την παραγωγή ποιοτικών παραδοσιακών γαλακτοκομικών, καθώς και στην εκτίμηση που απολαμβάνει στην Αρκαδία», εξηγεί ο κ. Χαϊδεμένος.

Το «μικρό θαύμα» του 2017

Στη συνέχεια, ο ίδιος αναφέρεται στη συνεργάτιδά του Χριστίνα Αυγουστίδου, η οποία εκείνο το καλοκαίρι συντόνισε τις ενέργειες, ώστε να επιτευχθεί ένα μικρό γραφειοκρατικό θαύμα, όπως μας λέει χαρακτηριστικά: «Στόχος ήταν η εταιρεία να επεκτείνει τις δραστηριότητές της και στην τυροκομία. Πήραμε τις απαραίτητες πιστοποιήσεις και ξεκινήσαμε να παράγουμε φέτα», εξηγεί στην «ΥΧ».

Ο στόχος επετεύχθη και έτσι τον Σεπτέμβριο του 2017, η επιχείρηση ξεκίνησε να πωλεί για πρώτη φορά τα δικά της, ιδιοπαραγόμενα προϊόντα με την επωνυμία «Βιότοπος». Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο το βιολογικό πρόβειο γιαούρτι όσο και η βιολογική φέτα απέσπασαν κορυφαίες διακρίσεις στον διεθνή διαγωνισμό «Great Taste Awards» μεταξύ χιλιάδων ομοειδών προϊόντων.

Νέοι κωδικοί προ των πυλών

Όπως μας ενημέρωσαν οι συνομιλητές μας, πολύ σύντομα η γκάμα των προϊόντων του αγροκτήματος θα εμπλουτιστεί με νέους κωδικούς. «Αυτήν τη στιγμή, στο αγρόκτημα παράγονται πρόβειο γιαούρτι σε ‘‘πήλινο’’, ρυζόγαλο και κρέμα σε γυάλινη, ανακυκλώσιμη συσκευασία, καθώς και φέτα. Προχωράμε στο επόμενο στάδιο, βγάζοντας κατσικίσιο τυρί και γιαούρτι, καθώς και κατσικίσιο και πρόβειο γάλα σε γυάλινη φιάλη.

Το προϊόν αυτό είναι μοναδικό γιατί είναι μη ομογενοποιημένο και έχει διάρκεια επτά ημερών. Όσοι το έχουν δοκιμάσει μας λένε ότι θυμήθηκαν το γάλα που έπιναν στην παιδική τους ηλικία», αναφέρει ο κ. Χαϊδεμένος.

 

Kαθετοποίηση σε χρόνο – ρεκόρ

Το βιολογικό, πλέον, αρκαδικό αγρόκτημα όχι μόνο στάθηκε στα πόδια του, αλλά σε διάστημα λίγων μηνών αποτελούσε πρότυπο καθετοποιημένης μονάδας, διαρκώς εξελισσόμενο σε όλα τα επίπεδα με συνεχείς αναβαθμίσεις στον εξοπλισμό της τυροκομικής μονάδας και με πρόσφατη πιστοποίηση ΙSΟ22000:2005 από την ΤUV.

Σήμερα, διαθέτει 1.500 αιγοπρόβατα, τα οποία διαβιούν υπό σπάνιες συνθήκες ευζωίας: «Πολύ σημαντικό είναι ότι δεν εκτρέφουμε εντατικά τα ζώα μας, τα οποία ζουν σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Από τη στιγμή που αρμέγουμε, έχουμε τη δυνατότητα να παρασκευάσουμε άμεσα γιαούρτι και φέτα και αυτό μας δίνει ένα πολύ σοβαρό πλεονέκτημα στην αγορά», εξηγεί η κα Αυγουστίδου. «Κλειδί είναι, επίσης, οι βιολογικές τροφές που δίνουμε στα ζώα», προσθέτει.

Από την πλευρά του, ο υπεύθυνος του αγροκτήματος και της παραγωγής, Γιάννης Κονταργύρης, αναφέρει στην «ΥΧ»: «Στο αγρόκτημα έχουμε έναν κτηνοτρόφο, ενώ συνεργαζόμαστε με άλλους τρεις που διαθέτουν τις δικές τους, γειτονικές κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. Στο τυροκομείο εργάζονται τρεις κάτοικοι της Μεγαλόπολης. Πολύ σημαντικό είναι ότι από φέτος ξεκινάμε τη δική μας καλλιέργεια βιολογικών ζωοτροφών στο γειτονικό Λεβίδι.

Αυτό θα μας επιτρέψει τη μείωση του κόστους των ζωοτροφών μας έως και 30%, ενώ, παράλληλα, θα μπορούμε να ελέγχουμε πλήρως όλες τις προδιαγραφές των προϊόντων μας», τονίζει. Η εξέλιξη όμως και η βελτιστοποίηση των διαδικασιών δεν σταματά ποτέ: «Χρειαζόμασταν να έχουμε γάλα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, και γι’ αυτόν τον λόγο φτιάξαμε με τους συνεργάτες κτηνοτρόφους μας ένα πλάνο για τις γέννες, ώστε να έχουμε γάλα και το διάστημα.

Στόχος είναι το 2020 να έχουμε γάλα και το “δύσκολο” διάστημα Ιουλίου – Νοεμβρίου», αναφέρει ο κ. Χαϊδεμένος. Την επιτυχημένη πορεία του αγροκτήματος πιστοποιούν και τα οικονομικά του μεγέθη. Οι πωλήσεις του αγροκτήματος για το 2019 (δεύτερος χρόνος λειτουργίας) θα ανέλθουν σε 250.000 ευρώ, ενώ στόχος είναι εντός τριετίας να τριπλασιαστεί.