Έκτακτο ευρωπαϊκό σχέδιο γάλακτος στο τραπέζι των Βρυξελλών εν μέσω ασφυκτικών πιέσεων στις τιμές

Σε τροχιά αντιπαράθεσης κινούνται οι σχέσεις μεταξύ των υπουργών Γεωργίας των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καθώς η οικονομική ασφυξία των αγροτών σε όλη την Ευρώπη έχει πλέον χαρακτηριστικά κρίσης επιβίωσης. Η κατακόρυφη πτώση των τιμών του γάλακτος, μαζί με τις χαμηλές τιμές στα σιτηρά και το κρέας και το εκρηκτικό κόστος παραγωγής, φέρνει χιλιάδες αγροτικές εκμεταλλεύσεις στα όριά τους.
Το ζήτημα κυριάρχησε στη συνεδρίαση των υπουργών Γεωργίας της ΕΕ στις 26 Ιανουαρίου στις Βρυξέλλες. Η ιταλική αντιπροσωπεία επισήμανε ότι σε πολλές περιοχές οι τιμές παραγωγού δεν καλύπτουν ούτε το βασικό κόστος, ενώ για τον Ιανουάριο προβλέπεται περαιτέρω πτώση.
Παράλληλα, η Ουγγαρία ανέδειξε την αύξηση των παραδόσεων γάλακτος τους θερινούς μήνες, όταν παραδοσιακά η παραγωγικότητα μειώνεται. Τον Οκτώβριο οι παραδόσεις αυξήθηκαν κατά 5,1% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, εντείνοντας τις ανισορροπίες προσφοράς και ζήτησης.
Η πρόταση
Στο πλαίσιο αυτό, Ιταλία, Ρουμανία και Σλοβακία ζήτησαν την εκπόνηση έκτακτου ευρωπαϊκού σχεδίου για το γάλα, υπογραμμίζοντας ότι τα λάθη της καθυστερημένης αντίδρασης του 2016 δεν πρέπει να επαναληφθούν. Κεντρικό στοιχείο των προτάσεων αποτελεί η ενεργοποίηση του άρθρου 219 της Κοινής Οργάνωσης Αγοράς, που προβλέπει εθελοντική μείωση παραγωγής με αποζημίωση από το ευρωπαϊκό αποθεματικό κρίσεων. Τα υποστηρικτικά κράτη-μέλη τονίζουν ότι πρόκειται για δοκιμασμένο εργαλείο για τη συγκράτηση των τιμών και την αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά.
Ταυτόχρονα, οι αντιδράσεις των παραγωγών κλιμακώνονται. Στη Γερμανία, ο Ομοσπονδιακός Σύνδεσμος Γαλακτοπαραγωγών ανακοίνωσε κινητοποίηση στο Μόναχο για τη ραγδαία πτώση των τιμών και την ανάγκη άμεσων μέτρων. Στο τραπέζι τέθηκαν επίσης η ενίσχυση της ιδιωτικής αποθεματοποίησης γαλακτοκομικών προϊόντων, στοχευμένες ενισχύσεις ρευστότητας και έκτακτες προωθητικές δράσεις για αύξηση της κατανάλωσης.
Συγκλίσεις στην αναθεώρηση του κανονισμού για τα βιολογικά προϊόντα
Σημεία σύγκλισης καταγράφηκαν μεταξύ των υπουργών Γεωργίας της ΕΕ σχετικά με την αναθεώρηση του κανονισμού για τα βιολογικά προϊόντα. Οι υπουργοί συμφώνησαν ότι οι απαραίτητες προσαρμογές για την αναγνώριση τρίτων χωρών στο εμπόριο πρέπει να προχωρήσουν άμεσα. Η Επιτροπή προτείνει ότι το ευρωπαϊκό σήμα θα χρησιμοποιείται μόνο όταν πληρούνται πρόσθετες προϋποθέσεις. Παράλληλα, προτείνεται η κατάργηση του ορίου 1.600 τ.μ. για μονάδες βιολογικής πτηνοτροφίας, ενώ Γερμανία και Δανία ζητούν σαφείς κανόνες για την υποχρέωση βοσκής. Ο Επίτροπος Χάνσεν ξεκαθάρισε ότι οι εξαιρέσεις δεν θα επηρεάσουν τα υψηλά πρότυπα ευζωίας.
Επέκταση της σήμανσης προέλευσης ζητούν 9 κράτη-μέλη
Γαλλία, Αυστρία και επτά ακόμη χώρες προτείνουν την επέκταση της υποχρεωτικής σήμανσης προέλευσης σε περισσότερα τρόφιμα, κυρίως επεξεργασμένα και σύνθετα προϊόντα. Υποστηρίζουν ότι η διάκριση «ΕΕ / εκτός ΕΕ» είναι ανεπαρκής και ζητούν ενιαία ευρωπαϊκή ρύθμιση για όλα τα κράτη-μέλη.
Αναστολή CBAM και δασμών για τη μείωση του κόστους λιπασμάτων ζητά η Αυστρία
Ανησυχίες στον αγροτικό τομέα προκαλεί το υψηλό κόστος των λιπασμάτων, το οποίο φτάνει έως και το 30% των εξόδων στις αροτραίες καλλιέργειες, όπως επισήμανε ο Αυστριακός υπουργός Γεωργίας, Νόρμπερτ Τότσνιχ. Για τον λόγο αυτό η Αυστρία πρότεινε προσωρινή αναστολή του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM) για τα λιπάσματα, των δασμών «ρήτρας ευνοούμενου κράτους» και των αντιντάμπινγκ δασμών, ζητώντας δίκαιη αντιστάθμιση των ανταγωνιστικών μειονεκτημάτων. Τα κράτημέλη ζητούν κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική για την επάρκεια λιπασμάτων και διαφάνεια της αγοράς, με συνεχή αξιολόγηση κάθε νέου μέτρου από την Επιτροπή, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του αγροτικού τομέα και ο δίκαιος ανταγωνισμός.










