Έως τέλος Φεβρουαρίου η πλατφόρμα για συντάξεις αγροτών με χρέη

Ξεκινούν οι δηλώσεις απασχόλησης για συνταξιούχους που συνεχίζουν να εργάζονται

Αντίστροφα μετρούν στο υπουργείο Εργασίας & Κοινωνικής Ασφάλισης και στον e-ΕΦΚΑ για τη λειτουργία των πληροφοριακών συστημάτων που θα επιτρέψουν την ενεργοποίηση δύο εκ των πιο σημαντικών παρεμβάσεων του μίνι ασφαλιστικού νομοσχεδίου που ψηφίστηκε λίγο πριν «φύγει» το 2023 και αποτελεί πλέον νόμο του κράτους.

Ο λόγος για το νέο καθεστώς που διέπει την απασχόληση των συνταξιούχων, αλλά και τη δυνατότητα συνταξιοδότησης ασφαλισμένων με υψηλά χρέη από απλήρωτες εισφορές. Πρόκειται για δύο από τις πολυαναμενόμενες διατάξεις του ν. 5078/2003, για την υλοποίηση των οποίων, ωστόσο, πέρα από τις απαραίτητες εγκυκλίους ή/και υπουργικές αποφάσεις, απαιτούνται και οι αντίστοιχες τεχνικές προσαρμογές.

Προσαύξηση 50% στην εισφορά

Πρώτη σε εφαρμογή, όπως όλα δείχνουν, θα τεθεί η διάταξη για τους εργαζόμενους συνταξιούχους, οι οποίοι, βάσει του νέου νόμου, δεν υπόκεινται πλέον σε παρακράτηση του 30% της σύνταξής τους, αλλά υποχρεούνται στην καταβολή μιας μη ανταποδοτικής εισφοράς ή πόρου υπέρ ΕΦΚΑ.

Για τους μισθωτούς, η εισφορά αυτή ανέρχεται στο 10% της αμοιβής τους και παρακρατείται κατά τη μισθοδοσία τους και, συγκεκριμένα, μέσω των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) που υποβάλλονται κάθε μήνα από τους εργοδότες. Στο 10% των καταβαλλόμενων αμοιβών ανέρχεται, επίσης, και η εισφορά για όσους αμείβονται με εργόσημο του π. ΟΓΑ, με την καταβολή μάλιστα να βαρύνει τους ίδιους τους ασφαλισμένους.

Για τις περιπτώσεις μη μισθωτής απασχόλησης (στις οποίες συγκαταλέγεται και η αγροτική), ο πόρος διαμορφώνεται στο 50% (ή 40% αν υπάρχει και επικουρική ασφάλιση) της εισφοράς κύριας σύνταξης που αντιστοιχεί στην επιλεγείσα ασφαλιστική κατηγορία και καταβάλλεται σε μηνιαία βάση μαζί με τις τακτικές εισφορές μέσω των ειδοποιητηρίων που αναρτά ο e-ΕΦΚΑ.

Πρόστιμο ίσο με τις συντάξεις ενός χρόνου

Σύμφωνα με πληροφορίες της «ΥΧ», το αργότερο μεταξύ 16 και 20 Φεβρουαρίου, ενδεχομένως και νωρίτερα, θα τεθεί σε λειτουργία η ειδική πλατφόρμα, στην οποία οι συνταξιούχοι που ήδη απασχολούνται ή αναλαμβάνουν για πρώτη φορά εργασία θα πρέπει να δηλώσουν την απασχόλησή τους. Το συγκεκριμένο βήμα είναι υποχρεωτικό και τυχόν παράλειψή του, όπως τονίζεται, άλλωστε, και σε πρόσφατη εγκύκλιο του e-EΦΚΑ, επισύρει πρόστιμο ίσο με δώδεκα μηνιαίες συντάξεις (κύριες και επικουρικές).

Από τη στιγμή που οι συνταξιούχοι θα δηλώσουν την απασχόλησή τους στην πλατφόρμα, ο e-ΕΦΚΑ θα προχωρήσει στις απαραίτητες διασταυρώσεις με την Εφορία και το σύστημα Εργάνη, το οποίο, όπως ανακοίνωσε ήδη ο φορέας, θα είναι έτοιμο, έχοντας κάνει τις αναγκαίες τροποποιήσεις στις ΑΠΔ από τις 6 Φεβρουαρίου. Από εκεί και πέρα, βάσει του είδους της απασχόλησης και της αμοιβής, θα προκύπτει και το ύψος της πόρου υπέρ του ΕΦΚΑ που πρέπει να εισπραχθεί.

Τον Φεβρουάριο η πρώτη καταβολή του πόρου

Λεπτομέρειες για τη διαδικασία είσπραξης θα δοθούν το αμέσως επόμενο διάστημα, ωστόσο, σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, για τους συνταξιούχους που ήδη απασχολούνταν ως μισθωτοί –και οι οποίοι ήδη εισέπραξαν ολόκληρες τις συντάξεις του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου, δίχως το «πέναλτι» του 30%–, η παρακράτηση της εισφοράς που αντιστοιχεί στον μήνα Ιανουάριο θα γίνει μαζί με εκείνη του Φεβρουαρίου.

Εφόσον αναλαμβάνουν εργασία για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο, η παρακράτηση θα ξεκινήσει από τον εν λόγω μήνα. Αντίστοιχα, για τους συνταξιούχους που ήδη απασχολούνταν ως μη μισθωτοί, η καταβολή της εισφοράς του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου θα γίνει μαζί με την τακτική εισφορά του Φεβρουαρίου.

Υπενθυμίζεται, εδώ, ότι στο νέο καθεστώς για την απασχόληση συνταξιούχων διατηρούνται οι εξαιρέσεις που ίσχυαν μέχρι πρόσφατα αναφορικά με την περικοπή της σύνταξης κατά 30%. Αυτό σημαίνει ότι από τον νέο μη ανταποδοτικό πόρο υπέρ του ΕΦΚΑ απαλλάσσονται οι συνταξιούχοι αγρότες που συνεχίζουν να ασκούν αγροτική δραστηριότητα και, γενικότερα, απασχόληση υπακτέα στην ασφάλιση του π. ΟΓΑ.

Ομοίως, εξαιρούνται και οι συνταξιούχοι άλλων φορέων, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου, εφόσον το ετήσιο εισόδημά τους από απασχόληση στον αγροτικό τομέα ως γεωργοί, μελισσοκόμοι, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι και αλιείς δεν υπερβαίνει το ποσό των 10.000 ευρώ.

Άρση τραπεζικού απορρήτου

Λίγο μετά τη διάταξη για τους εργαζόμενους συνταξιούχους, αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή και εκείνη για τη συνταξιοδότηση των μη μισθωτών ασφαλισμένων με χρέη που κυμαίνονται μεταξύ 6.000 και 10.000 ευρώ στην περίπτωση των αγροτών και μεταξύ 20.000 και 30.000 ευρώ για τους υπόλοιπους μη μισθωτούς.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «ΥΧ», μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου αναμένεται να εκδοθεί η σχετική υπουργική απόφαση και, παράλληλα, να είναι έτοιμα τα πληροφοριακά συστήματα που θα επιτρέψουν, κατά την αίτηση του οφειλέτη, να «τσεκάρονται» άμεσα τόσο η ηλικία και ο ασφαλιστικός του βίος, όσο και το ύψος των τραπεζικών του καταθέσεων.

Όπως είναι γνωστό, προκειμένου ο ασφαλισμένος να επωφεληθεί από τη νέα διάταξη, θα πρέπει να έχει συμπληρώσει το 67ο έτος ηλικίας, να έχει καταβάλει εισφορές για τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης και, επιπλέον, οι καταθέσεις του να μην ξεπερνούν τα 6.000 ευρώ για τους αγρότες (ή τα 12.000 ευρώ για τους ελεύθερους επαγγελματίες).

Σε αυτή την κατεύθυνση και μετά την είσοδό του στην πλατφόρμα, ο οφειλέτης θα κληθεί να συναινέσει στην προώθηση στον ΕΦΚΑ των στοιχείων και των εγγράφων που τεκμηριώνουν ότι πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις και μέρος αυτής της διαδικασίας θα είναι και η άρση του τραπεζικού απορρήτου.

Εφόσον από τους ελέγχους διαπιστωθεί ότι μπορεί όντως να υπαχθεί στη ρύθμιση, η σύνταξη θα εκδίδεται κανονικά, αλλά θα τη λαμβάνει «κουρεμένη» κατά 60% σε μηνιαία βάση μέχρι το χρέος να πέσει στα 6.000 ευρώ. Από το σημείο αυτό και μετά, για την εναπομείνασα οφειλή θα γίνεται συμψηφισμός με τμήμα της σύνταξης σε έως 60 δόσεις, όπως ισχύει σήμερα, μέχρι να εξοφληθεί.

Εξαιρούνται οι συνταξιούχοι του ΟΓΑ

Υπενθυμίζεται ότι εκτός της ρύθμισης παραμένουν όσοι αγρότες και ελεύθεροι επαγγελματίες έχουν χρέη άνω των 10.000 και 30.000 ευρώ αντίστοιχα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι οφειλέτες θα πρέπει να καταβάλουν εφάπαξ τη διαφορά μέχρι τα 10.000 και τα 30.000 ευρώ, ώστε στη συνέχεια να μπορούν να κάνουν χρήση των νέων ευνοϊκών διατάξεων.