Στα κάγκελα οι Γερμανοί κτηνοτρόφοι για τις τιμές κάτω του κόστους στο κρέας

Κρατική παρέμβαση για τις πρακτικές των αλυσίδων ζητούν παραγωγοί και περιβαλ λοντικές οργανώσεις

-Διαφήμιση-

Πολυάριθμα θύματα στις τάξεις των κτηνοτρόφων φαίνεται ότι αφήνει ο «πόλεμος τιμών» στον οποίο επιδίδονται οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της Γερμανίας, με στόχο να προσφέρουν όσο το δυνατόν φθηνότερο κρέας στους καταναλωτές.

Η ασφυκτική πίεση έχει ήδη οδηγήσει έναν μεγάλο αριθμό μικρών κυρίως παραγωγών εκτός επαγγέλματος, ενώ οι υπόλοιποι παλεύουν να επιβιώσουν με αμοιβές που πολύ συχνά κυμαίνονται σε επίπεδα κάτω του κόστους παραγωγής. «Είναι σαν να παλεύει ο Δαβίδ με τον Γολιάθ», περιέγραψε εύγλωττα τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνεται η διαπραγμάτευση μεταξύ κτηνοτρόφων και λιανεμπόρων η υπουργός Γεωργίας της χώρας, Γιούλια Κλόκνερ.

Η ίδια, υπό την πίεση ίσως και των κινητοποιήσεων στις οποίες προχώρησαν τους προηγούμενους μήνες οι παραγωγοί, εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει την ενσωμάτωση στη γερμανική νομοθεσία ευρωπαϊκών κανονισμών για το ντάμπινγκ τιμών και τις αθέμιτες πρακτικές σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα εν γένει.

Κάτι τέτοιο, ωστόσο, όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, προσκρούει στις έντονες αντιδράσεις των σούπερ μάρκετ. Το οργανωμένο λιανεμπόριο αποτελεί το βασικό και πλέον ισχυρό κανάλι διάθεσης τροφίμων στη χώρα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τέσσερις μεγαλύτερες αλυσίδες ελέγχουν το 85% της αγοράς ενώ, ειδικά για το κρέας, ο ετήσιος τζίρος του οποίου στη χώρα αγγίζει τα 27 δισ. ευρώ, το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται στο 70%. Την κατάσταση επιτείνει το γεγονός ότι αρκετές από τις αλυσίδες αυτές (π.χ. Aldi, Lidl, Netto) συγκαταλέγονται στις λεγόμενες «εκπτωτικές» (hard discounters).

Ορισμένοι κρεοπώλες επιλέγουν να απευθυνθούν σε ειδικές κατηγορίες εύπορων κυρίως καταναλωτών οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν… κάτι παραπάνω για κρέας που προέρχεται από μικρομεσαίες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις και έχει παραχθεί βιολογικά ή/και με μεθόδους που διασφαλίζουν την ευζωία των ζώων.

Δεν έχουν ωστόσο αυταπάτες: «Το κοτόπουλο που προσφέρουμε εμείς κοστίζει 15-16 ευρώ/κιλό, ωστόσο σε εκπτωτικά σούπερ μάρκετ θα δείτε τιμές 2,99 ευρώ», λέει χαρακτηριστικά στην Deutsche Welle ο Γιοργκ Έσινγκερ, ένας τέτοιος κρεοπώλης από το Βερολίνο. Πέρα από τη βιωσιμότητα των ίδιων των κτηνοτρόφων, οι χαμηλές τιμές έχουν αντίκτυπο και στις συνθήκες εκτροφής των ζώων τα οποία, με βασικό κριτήριο των περιορισμό του κόστους, στοιβάζονται ολοένα και περισσότερο σε μεγάλες βιομηχανικές φάρμες με την πάχυνση, και ακολούθως τη σφαγή τους, να ολοκληρώνονται σε χρόνο-ρεκόρ.

Πρόταση για μίνιμουμ τιμές

Με όλα αυτά κατά νου, τη Δευτέρα το γερμανικό τμήμα της οργάνωσης «Φίλοι της Γης» (ΒUND) ζήτησε από την κυβέρνηση να απαγορεύσει διά νόμου στους λιανέμπορους να πουλάνε τρόφιμα σε τιμές κάτω του κόστους παραγωγής.

«Η ελευθερία του επιχειρείν τελειώνει εκεί όπου η απώλεια εκμεταλλεύσεων, η ελλιπής προστασία του κλίματος και του περιβάλλοντος και η απώλεια της βιοποικιλότητας αρχίζουν να γίνονται σκοπίμως αποδεκτές μέσω αθέμιτων εμπορικών πρακτικών», σχολίασε δηκτικά ο επικεφαλής της οργάνωσης, Όλαφ Μπαντ.

Μια ακόμα πρόταση που και παλαιότερα είχε πέσει στο τραπέζι προβλέπει την αύξηση του ΦΠΑ στις πωλήσεις κρέατος από 7% σε 19%. Σύμφωνα με ειδικούς, το μέτρο θα απέφερε έσοδα 3,5 δισ. ευρώ, τα οποία θα μπορούσαν να διοχετευθούν στη βελτίωση των συνθηκών εκτροφής των ζώων. H Greenpeace μάλιστα έχει τοποθετηθεί υπέρ της επιβολής ενός «φόρου ευζωίας των ζώων», από τον οποίο θα μπορούσαν να εξαιρεθούν οι κτηνοτρόφοι που ακολουθούν βιολογικές μεθόδους παραγωγής.

Νίπτει τας χείρας της η Μέρκελ

Η κατάσταση της αγοράς κρέατος βρέθηκε στο επίκεντρο σύσκεψης με εκπροσώπους του κλάδου, που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου και στην οποία μάλιστα προέδρευσε η Άνγκελα Μέρκελ. Η καγκελάριος απέρριψε την πρόταση για καθιέρωση από την πλευρά της πολιτείας μιας μίνιμουμ τιμής πώλησης στο ράφι, περιοριζόμενη να δηλώσει ότι η κυβέρνηση υποστηρίζει μια «δίκαιη σχέση» μεταξύ παραγωγών και λιανεμπόρων. «Είναι σημαντικό να προσφέρονται στο κοινό ποιοτικά τρόφιμα και παράλληλα να αμείβεται επαρκώς ο παραγωγός», ανέφερε, μεταξύ άλλων.

Ο πρόεδρος της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Λιανεμπορίου (HDE), Γιόσεφ Σανκτιονχάνσερ, από την πλευρά του υπεραμύνθηκε της ελευθερίας των αλυσίδων να καθορίζουν τις τιμές, τονίζοντας ότι «οποιοσδήποτε περιορισμός [της ελευθερίας αυτής] αποβαίνει εις βάρος του καταναλωτή». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο διευθ. σύμβουλος της αλυσίδας Rewe, Λίονελ Ζούκε, υπερθεμάτισε λέγοντας ότι «οι χαμηλές τιμές επιτρέπουν στους σχεδόν 14 εκατ. ανθρώπους της χώρας που ζουν στο όριο της φτώχειας να τρέφονται υγιεινά και με ασφάλεια».

-Διαφήμιση-