Στα χαρτιά μόνο η διασύνδεση τουρισμού-γεωργίας

Φτωχά μέχρι στιγμής τα αποτελέσματα των προγραμμάτων που έχουν υλοποιηθεί

των Γιάννη Τσατσάκη και Τάνιας Γεωργιοπούλου

Η σύνδεση του τουρισμού με την αγροδιατροφή αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο και έχει πολλάκις προβληθεί ως ένα βασικό εργαλείο αύξησης της υπεραξίας των προϊόντων της ελληνικής γης.

Ενδεικτικά, σχετική αναφορά γίνεται και στην περιώνυμη «έκθεση Πισσαρίδη» (Νοέμβριος 2020), όπου η στενότερη διασύνδεση των δύο κλάδων θεωρείται ότι μπορεί να αποφέρει αμφίπλευρα και πολλαπλάσια οφέλη. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, «η παρουσία διακριτών ελληνικών προϊόντων διατροφής, κατά προτεραιότητα επώνυμων, αλλά σε κάθε περίπτωση αναγνωρίσιμων, μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις πωλήσεις όχι μόνο σε ξενοδοχειακές μονάδες και στην κρουαζιέρα, αλλά και στη συνέχεια όταν, μετά τη θετική εμπειρία τους, οι επισκέπτες επιστρέφουν στη χώρα τους και καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, μέσω τοπικών πωλήσεων».

Στην πράξη, ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι, παρά τις επί μέρους και ως επί το πλείστον αποσπασματικές προσπάθειες, η διασύνδεση του εγχώριου τουριστικού προϊόντος με την πρωτογενή παραγωγή τείνει να εξελιχθεί σε γράμμα κενό, μοιάζοντας πλέον περισσότερο με… ευχολόγιο παρά με στρατηγική επιλογή.

Αρκετά διαφωτιστική επ’ αυτού είναι πρόσφατη μελέτη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ) της ΓΣΕΒΕΕ η οποία, μεταξύ άλλων, κωδικοποιεί τα αποτελέσματα από την εφαρμογή των ουκ ολίγων σημάτων πιστοποίησης που έχουν δημιουργηθεί και τα οποία αποβλέπουν στην καλλιέργεια κλίματος συνεργασίας ανάμεσα στους παραγωγούς, στην εστίαση και στον τουρισμό.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του «Ελληνικού Πρωινού». Πρόκειται για το πρόγραμμα που εφάρμοσε το 2010 το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο της Ελλάδας, με γνώμονα το γεγονός ότι η γαστρονομική κουλτούρα κάθε τόπου διαφοροποιείται σύμφωνα με τις γεωγραφικές και πολιτισμικές του ιδιαιτερότητες. Σκοπός του σχετικού σήματος ήταν να αναδείξει τα ελληνικά αγαθά διατροφής και να συνδέσει την εμπειρία του επισκέπτη με τα ξεχωριστά προϊόντα και τις σπεσιαλιτέ των ελληνικών προορισμών.

Η βάση του ήταν τα κύρια συστατικά της Μεσογειακής Διατροφής και απαιτούσε από τα ξενοδοχεία-μέλη συμμόρφωση με συγκεκριμένες προδιαγραφές, ώστε να διασφαλιστεί η ποιότητα και η αυθεντικότητα των προσφερόμενων προϊόντων και συνταγών.

Λίγοι σερβίρουν «Ελληνικό Πρωινό»

Κάτω από την ομπρέλα του «Ελληνικού Πρωινού» έχουν εγκριθεί 30 διαφορετικά Πρότυπα Πρωινά για αντίστοιχους νομούς και νησιωτικές περιοχές της χώρας ωστόσο, σύμφωνα με τη μελέτη, μέχρι το 2019 στο πρόγραμμα είχαν ενταχθεί μόλις 1.074 από τα περίπου 10.000 ξενοδοχεία της χώρας, με την πλειονότητα να βρίσκεται σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κρήτη και Κυκλάδες.

Σύμφωνα με τον Άρη Σολούνια, αντιπρόεδρο του Επιμελητηρίου και επικεφαλής πλέον του «Ελληνικού Πρωινού» (σ.σ. πήρε τη σκυτάλη από τον Γιώργο Πίττα), ο αριθμός αυτός έχει σήμερα ανέβει στα 1.300 ξενοδοχεία, δεν παύει ωστόσο να είναι μικρός σε σχέση με την εμβέλεια που θα μπορούσε να έχει το εγχείρημα.

Επιπλέον, στις αρχές του 2015, όλες οι ξενοδοχειακές μονάδες που ήταν ως εκείνη τη στιγμή ενταγμένες στο πρόγραμμα κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε μια μελέτη του ΤΕΙ Πειραιά και να απαντήσουν σε ένα ερωτηματολόγιο ειδικά σχεδιασμένο για την αποτίμησή του. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Αρχικά, στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν μόνο 145 μονάδες, ήτοι μία στις τρεις από όσες προσκλήθηκαν αρχικά και από αυτές σχεδόν τρεις στις τέσσερις (72%) απάντησαν ότι αξιολογούν θετικά τη φιλοσοφία του προγράμματος και ότι η εφαρμογή του Ελληνικού Πρωινού στο ξενοδοχείο τους έχει συμβάλει στην καλή του εικόνα.

Ωστόσο, στο ερώτημα αν η θεσμοθέτηση του Ελληνικού Πρωινού εκτιμάται ως αποτελεσματική ή επικερδής, θετικά απάντησαν το 51% και 27% των συμμετεχόντων αντίστοιχα, ενώ το 12% και το 22%, αντίστοιχα διαφώνησαν ως προς τα σκέλη αυτά.

Οι απαντήσεις που αφορούσαν τις εντυπώσεις των επισκεπτών ήταν θετικές στο σύνολό τους, υπογραμμίζοντας και τα διθυραμβικά σχόλια που οι πελάτες είχαν διατυπώσει. Στο ερώτημα σχετικά με το αν υπάρχει ζήτηση από τους επισκέπτες που δοκιμάζουν το Ελληνικό Πρωινό να προβούν σε αγορές αντίστοιχων τοπικών προϊόντων, οι θετικές απαντήσεις αντιπροσώπευαν το 78% του συνόλου. Οι αδυναμίες οι οποίες αναδείχθηκαν από τους συμμετέχοντες πάντως ήταν αρκετές και αφορούσαν αφενός την επικοινωνία και την ανάγκη μεγαλύτερης προβολής του προγράμματος μέσω του διαδικτύου και, αφετέρου, την ανάγκη προβολής των τοπικών παραγωγών και εμπόρων.

Δεν βοήθησε η οικονομική κρίση

Επιπρόσθετα, πολλοί ξενοδόχοι εμφανίστηκαν διστακτικοί προκειμένου να αφαιρέσουν από τις παροχές τους συμβατικούς τύπους πρωινών (π.χ. continental breakfast), θεωρώντας ότι έτσι θα δυσαρεστήσουν μια μερίδα της πελατείας τους. Τέλος, η συγκεκριμένη μελέτη ανέδειξε ως ένα επιπλέον εμπόδιο της αποδοχής του προγράμματος το γεγονός ότι η έναρξή του συνέπεσε με την οικονομική κρίση της χώρας.

Σημειώνεται ότι προϋπόθεση για την ένταξη ενός ξενοδοχείου στο Ελληνικό Πρωινό είναι να υπάρχει το αντίστοιχο Τοπικό Σύμφωνο για τη συγκεκριμένη περιοχή. Η πλειονότητα των προμηθευτών έχει έδρα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και, δεδομένου ότι ο ρόλος τους στο πρόγραμμα είναι καθοριστικός, οι βελτιώσεις που θα πρέπει να γίνουν στον τομέα αυτό είναι κρίσιμης σημασίας.

Έτερη ποιοτική μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Νάξο, ένα νησί με σαφώς μεγαλύτερο εύρος αγροτικής παραγωγής και η οποία αφορούσε την πιστοποίηση «Αιγαιοπελαγίτικη Κουζίνα», διαπίστωσε ότι για τους εστιάτορες οι οποίοι έχουν προσχωρήσει, το εν λόγω σήμα έχει λειτουργήσει ως κίνητρο για να χρησιμοποιούν τα προϊόντα του νησιού σε μεγαλύτερο βαθμό και με μεγαλύτερη συνέπεια σε σύγκριση με πριν.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, μια άλλη μερίδα εστιατόρων διατυπώνει αντιρρήσεις, λόγω της επιβεβλημένης συμμόρφωσης σε ποιοτικές προδιαγραφές, για τις οποίες διατηρούνται επιφυλάξεις.

Μητρώο παραγωγών για το «Ελληνικό Πρωινό» δημιουργεί το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο

Αναγνωρίζοντας ότι η δυναμική του «Ελληνικού Πρωινού» κάθε άλλο παρά έχει αξιοποιηθεί πλήρως μέχρι σήμερα, το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος ετοιμάζεται τώρα να «τρέξει» έναν νέο κύκλο του προγράμματος.

«Η προσπάθεια που ξεκίνησε πριν από 10 χρόνια έχει κλείσει πλέον τον πρώτο κύκλο. Ήρθε η ώρα να σκεφτούμε το επόμενο βήμα», λέει στην «ΥΧ» ο Άρης Σολούνιας, προσθέτοντας ότι το διοικητικό συμβούλιο του Επιμελητηρίου αποφάσισε πρόσφατα να ενισχύσει περαιτέρω την προσπάθεια με συγκεκριμένες ενέργειες. Ο στόχος είναι, όπως εξηγεί, να μπουν στο τραπέζι του επισκέπτη, ξένου αλλά και Έλληνα, προϊόντα από την παραγωγή της περιοχής έτσι ώστε να γνωρίσει ποιότητα που χαρακτηρίζει κάθε τόπο και, εν τέλει, ολόκληρη τη χώρα.

Ο κ. Σολούνιας τονίζει ότι, μέσω του Επιμελητηρίου, εντοπίζονται παραγωγοί οι οποίοι είναι πιστοποιημένοι για την παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων. Έτσι, δημιουργείται ένα μητρώο παραγωγών που συνεχώς εμπλουτίζεται και το οποίο το επόμενο χρονικό διάστημα θα τεθεί σε λειτουργία, ώστε όποιος παραγωγός ενδιαφέρεται, να μπορεί να ενταχθεί. Ταυτόχρονα, θα οργανωθούν εταιρικά σύμφωνα μεταξύ ξενοδοχείων και παραγωγών που παράγουν πιστοποιημένα προϊόντα.

Παράλληλα, σχεδιάζεται εκστρατεία μάρκετινγκ εντός και εκτός της χώρας, ώστε το Ελληνικό Πρωινό να γίνει γνωστό και θελκτικό ως ένα επιπλέον στοιχείο για όσους το προσφέρουν. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει, ο «ξενοδόχος που θα επιλέξει να αντικαταστήσει, για παράδειγμα, το ζαμπόν με το απάκι και βέβαια θα αυξήσει το κόστος του, πρέπει να επωφεληθεί. Καμία κίνηση δεν μπορεί να επιβιώσει βασιζόμενη μόνο στις καλές προθέσεις, ιδίως σε μια τόσο ανταγωνιστική αγορά, όπως αυτή του τουρισμού».

Σαν αστέρι Michelin

Το σήμα «Ελληνικό Πρωινό» θα πρέπει να αποκτήσει φήμη, να εξελιχθεί ως ταυτότητα πιστοποίησης και να προωθηθεί ως παροχή από τους tour operators και τα γραφεία ταξιδίων. «Κάτι σαν αστέρι Michelin, το οποίο όταν το βλέπει ο πελάτης να γνωρίζει τι σημαίνει και τι πρέπει να περιμένει από τα εστιατόρια που το έχουν», σημειώνει ο κ. Σολούνιας. «Μόνο έτσι θα λειτουργήσει προς όφελος και των δύο. Κανένα σήμα δεν έχει μέλλον, αν δεν έχει ανταποδοτικότητα».

Στο πλαίσιο αυτό, σχεδιάζεται η χώρα να χωριστεί σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, για καθεμία από τις οποίες θα επιλέγει ένας πρεσβευτής -το πιθανότερο ένας γνωστός σεφ-, ο οποίος θα στηρίξει την προσπάθεια προώθησης. Παράλληλα, θα μπορεί να παρέχει σε όσα ξενοδοχεία θέλουν συμβουλές και να ασχοληθεί με την οργάνωση των «Ελληνικών Πρωινών» που προσφέρονται.

Αυστηρότεροι έλεγχοι

Όσον αφορά τον έλεγχο των ξενοδοχείων που έχουν πιστοποιηθεί με το σήμα του «Ελληνικού Πρωινού», ο κ. Σολούνιας τονίζει ότι θα γίνει αυστηρότερος και πιο συχνός. Στην κατεύθυνση αυτή έχουν ήδη ξεκινήσει οι επαφές με τις εταιρείες πιστοποίησης.

«Τα ξενοδοχεία κάθε χρόνο θα επαναπιστοποιούνται, με συγκεκριμένες διαδικασίες. Η συγκεκριμένη προδιαγραφή προϋπήρχε, ωστόσο λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της οικονομικής κρίσης και στη συνέχεια του κορωνοϊού, είχε ατονήσει η διαδικασία», εξηγεί ο κ. Σολούνιας. Ταυτόχρονα, προσθέτει ότι θα οργανωθούν έλεγχοι και κατά τη διάρκεια της τουριστικής περιόδου, ώστε να μην απενεργοποιείται το «Ελληνικό Πρωινό» κατά βούληση. «Εξετάζουμε την αυστηροποίηση των ελέγχων και το πώς θα υπάρχει συνεχής έλεγχος, έτσι ώστε ο ξενοδόχος να μην αφήνει στο συρτάρι του τις προδιαγραφές, μόλις περάσει τον έλεγχο», καταλήγει.