Μεγαλύτερες εξαγωγικές δυνατότητες στο λάδι, αλλά απώλειες για το κρασί προβλέπει η Κομισιόν έως το 2035

06/01/2026
9' διάβασμα
megalyteres-exagogikes-dynatotites-sto-ladi-alla-apoleies-gia-to-krasi-provlepei-i-komision-eos-to-2035-370657

Εστιάζοντας σε συγκεκριμένα προϊόντα της ευρωπαϊκής παραγωγής, οι προβλέψεις της Κομισιόν έως το 2035, σύμφωνα με όσα περιλαμβάνει η πρόσφατη έκθεσή της με τίτλο EU Agricultural Outlook 2025-2035, αναφέρουν μεταβολές στην παραγωγή, την κατανάλωση, αλλά και την εξαγωγική πορεία εμβληματικών ευρωπαϊκών προϊόντων, όπως το λάδι, τις ελιές και το κρασί.

Τα υπερεντατικά συστήματα φαίνεται ότι θα καθορίσουν και κατά την επόμενη δεκαετία το μέλλον του ευρωπαϊκού ελαιώνα, ενώ η διαχείριση του νερού θα παραμείνει καθοριστικός παράγοντας για τις καλλιέργειες στο επιτραπέζιο προϊόν. Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός αμπελώνας προβλέπεται να συνεχίσει πτωτικά, με την παραγωγή κρασιού να ακολουθεί τις απώλειες στην εγχώρια κατανάλωση.

Ελαιόλαδο

Ο κρίσιμος ρόλος των υπερεντατικών συστημάτων για το μέλλον της παραγωγής

Η καθοριστική στροφή των παραδοσιακών, μη αρδευόμενων καλλιεργειών σε υπερεντατικά συστήματα με αποτελεσματική διαχείριση του νερού θα εξακολουθήσει να διαμορφώνει το μέλλον του ευρωπαϊκού τομέα του ελαιολάδου, διασφαλίζοντας την κερδοφορία, μία αλλαγή που έχει ήδη ξεκινήσει και προχωρά σε Ισπανία και Πορτογαλία, όπως υπενθυμίζει η Κομισιόν.

Με αυτά τα δεδομένα, η ισπανική παραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί στους περίπου 1,8 εκατ. τόνους έως το 2035 και η πορτογαλική στους 0,2 εκατ. τόνους ετησίως. Αντίστροφα, με βάση την προβλεπόμενη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και αποδόσεων, η ελληνική παραγωγή θα μπορούσε να οδηγηθεί σε επίπεδα κάτω των 0,18 εκατ. τόνων ετησίως, ομοίως και η ιταλική να γράφει απώλειες της τάξεως του 3%. Άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν αρνητικά την απόδοση του κλάδου περιλαμβάνουν την κλιματική αλλαγή, τα ακραία καιρικά φαινόμενα, την έλλειψη νερού και τα εντομολογικά προβλήματα, ενώ και η Xylella fastidiosa παραμένει σοβαρό πρόβλημα σε περιοχές όπως η Απουλία.

Σε ό,τι αφορά την κατανάλωση αυτή, αναμένεται να συνεχίσει πτωτικά, ιδιαίτερα σε παραγωγικά κράτη, ενώ άλλες χώρες της ΕΕ μπορεί να καταγράψουν άνοδο με βάση τη στροφή των καταναλωτών σε πιο υγιεινά διατροφικά πρότυπα. Έτσι, στην Ισπανία, η κατανάλωση, αντικατοπτρίζοντας καταναλωτικές προτιμήσεις και μείωση του πληθυσμού, αναμένεται να χάνει ένα 0,6% ετησίως ανά κάτοικο έως το 2035, ενώ σε Ιταλία, Ελλάδα και Γαλλία μπορεί να χάνει με ρυθμό από 0,5% έως 1,3% ετησίως.

Η αύξηση της παραγωγής, που μπορεί να κάνει το προϊόν περισσότερο προσιτό, εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα στην Πορτογαλία. Σε άλλα κράτη, όπου η ανησυχία για την υγεία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα των καταναλωτικών επιλογών, η κατανάλωση ανά κάτοικο θα μπορούσε να φτάσει τα 1,2 κιλά έως το 2035, εκτιμά η Κομισιόν, επισημαίνοντας όμως ότι η αφετηρία εκεί είναι πολύ χαμηλότερη.

Στο κομμάτι των εξαγωγών, η ΕΕ προβλέπεται να παραμείνει καθαρός εξαγωγέας, με αύξηση των καθαρών εξαγωγών κατά 6,1% έως το 2035, όπως αναφέρει η Κομισιόν στις μακροπρόθεσμες προβλέψεις της, με τις Ισπανία και Πορτογαλία να αναμένουν αυξήσεις στις καθαρές εξαγωγές ελαιολάδου τους κατά 5,1% και κατά 0,9%, αντίστοιχα. Μελλοντικά, η διαφοροποίηση προϊόντων και οι καλές στρατηγικές μάρκετινγκ θα είναι καθοριστικές για να διατηρήσει η ΕΕ τον ηγετικό ρόλο της στην παγκόσμια αγορά ελαιολάδου.

Επιτραπέζιες ελιές

Συνεχίζουν ως καθαροί εξαγωγείς οι μεγάλοι παραγωγοί

Οι επιπτώσεις των καιρικών συνθηκών, καθώς και η έλλειψη νερού θα συνεχίσουν να επιδρούν καθοριστικά και στις επιτραπέζιες ελιές, όπως και στο ελαιόλαδο, με την Κομισιόν να προβλέπει ένα μάλλον αβέβαιο μέλλον για τους μη αρδευόμενους, μη κερδοφόρους ελαιώνες. Η αύξηση των αποδόσεων στις αρδευόμενες καλλιέργειες θα μπορούσε να αναχαιτίσει κάπως τη μείωση των εκτάσεων, ενισχύοντας την παραγωγή της Ισπανίας κατά 0,6% ετησίως, σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις της Κομισιόν. Σε ό,τι αφορά τις παραγωγές Ελλάδας, Ιταλίας και Γαλλίας, αυτές αναμένεται να μειώνονται με ετήσιο ρυθμό μεταξύ 0,1% και 0,9%, ενώ –αντίστροφα– εξαίρεση μπορεί να αποτελέσει η πορτογαλική παραγωγή, λόγω της αποτελεσματικής διαχείρισης του νερού, που μπορεί να συνεχίσει να συμβάλει στην αύξηση των αποδόσεων και κατά την επόμενη δεκαετία.

Δυνατότητες αύξησης της κατανάλωσης εντός ΕΕ προβλέπει στη νέα έκθεσή της η Κομισιόν, θεωρώντας πιθανό το επίπεδο των δύο κιλών ανά άτομο έως το 2035, έναντι των 1,8 κιλών που αντιστοιχούν κατά την τελευταία δεκαετία. Ως προς τις επιμέρους χώρες, η κατ’ άτομο κατανάλωση προβλέπεται να μειωθεί στην Ισπανία, ενώ, αντίθετα, σε Ελλάδα, Ιταλία και Πορτογαλία αναμένονται αυξήσεις. Στη Γαλλία, η κατανάλωση ανά κάτοικο προβλέπεται να σταθεροποιηθεί, μετά από ετήσιες αυξήσεις 3,2% την περίοδο 2015-2025. Σε άλλες χώρες της ΕΕ, η κατανάλωση ανά κάτοικο αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται, φτάνοντας 1,1 κιλό έως το 2035.

Σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές, σύμφωνα με την Κομισιόν, όλοι οι μεγάλοι παραγωγοί επιτραπέζιων ελιών της ΕΕ αναμένεται να διατηρήσουν τη σημερινή καθαρή εξαγωγική τους θέση, προβλέποντας ενδεικτικά για την περίπτωση της Ιταλίας αύξηση των καθαρών εξαγωγών κατά 24% από το 2025 στο 2035. Παρόμοιες εξελίξεις αναμένονται και σε άλλες χώρες της ΕΕ, όπου η αύξηση της ζήτησης θα μπορούσε να μεταφραστεί σε ετήσια αύξηση των καθαρών εισαγωγών κατά 2,2%, προσθέτει, ωστόσο, σε διεθνές επίπεδο, ο κλάδος δεν αποκλείεται να αντιμετωπίσει αυξανόμενο ανταγωνισμό από σημαντικούς παραγωγούς εκτός ΕΕ, όπως η Τουρκία, το Μαρόκο, η Τυνησία και η Αίγυπτος.

Κρασί

Σε συνθήκες αβεβαιότητας το μέλλον των ευρωπαϊκών εξαγωγών

Τη φθίνουσα πορεία, που ήδη διαγράφει, αναμένεται να συνεχίσει η κατανάλωση κρασιού εντός ΕΕ, αφού καταναλωτικές συνήθειες και προτιμήσεις, ανησυχίες για την υγεία και αυξανόμενη ανταγωνιστικότητα από άλλα είδη ποτών, αλλά και οι εθνικές πολιτικές για τον περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ θα εξακολουθήσουν να επιδρούν στο ευρωπαϊκό κρασί, το οποίο, μάλιστα, φαίνεται να χάνει μεγαλύτερο κοινό στους «παραδοσιακά υψηλότερους καταναλωτές», όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Παράλληλα, παρατηρείται σαφής μεταστροφή στις προτιμήσεις των καταναλωτών για διαφορετικούς τύπους κρασιού, με γενική μείωση της ζήτησης για ερυθρά κρασιά και αύξηση της ζήτησης για άλλα, ιδιαίτερα για τα αφρώδη και τα λευκά κρασιά. Αν και με μικρούς ακόμη όγκους, υπαρκτή είναι η νέα τάση των πωλήσεων ποτών με βάση το κρασί, συμπεριλαμβανομένων των χωρίς αλκοόλ ή χαμηλής αλκοόλης κρασιών.

Η κατανάλωση κρασιού στην ΕΕ αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 0,9% ετησίως έως το 2035, φτάνοντας στα 19,3 λίτρα ανά κάτοικο (από 21,2 λίτρα κατά μέσο όρο το 2021-2025). Αντίθετα, οι «άλλες χρήσεις» (π.χ. απόσταξη ή μετατροπή σε επεξεργασμένα προϊόντα) διατηρούν ένα σταθερό επίπεδο, το οποίο κυμαινόταν γύρω στα 30 εκατ. εκατόλιτρα ετησίως έως το 2023.

Οι απώλειες στην κατανάλωση –δεδομένου ότι ο μεγαλύτερος όγκος καταναλώνεται εγχώρια– φαίνεται ότι θα κατευθύνουν και την παραγωγή, η οποία θα μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω, κατά 0,5% ετησίως έως το 2035, φτάνοντας στα 138 εκατ. λίτρα. Μία προβλεπόμενη μείωση των εκτάσεων αμπελώνων κατά 0,6% ετησίως έως το 2035, με την προϋπόθεση ότι καιρικές συνθήκες και μέσες αποδόσεις παραμένουν σταθερές, εκτιμάται επίσης ότι θα συμβάλει στη μείωση.

Οι δασμοί ΗΠΑ, καθώς και η υψηλή αγοραστική αβεβαιότητα επιδρούν με προσωρινά μειωμένες αποστολές προς την αμερικανική αγορά, τον πρώτο εξαγωγικό προορισμό για τα ευρωπαϊκά κρασιά, ενώ και στον δεύτερο, αυτόν του Ην. Βασιλείου η ζήτηση μειώνεται. Επομένως, η αβεβαιότητα παραμένει για το μέλλον των ευρωπαϊκών εξαγωγών κρασιού, παρά την αυξανόμενη ζήτηση από τη Λατινική Αμερική και ορισμένες χώρες της Αφρικής. Συνολικά, οι εξαγωγές της ΕΕ αναμένεται να μειωθούν κατά 0,6% ετησίως και οι εισαγωγές κατά 1,9% ετησίως έως το 2035, ακολουθώντας τις αλλαγές στην εγχώρια κατανάλωση.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: