Όσπρια: Η αυξημένη ζήτηση αναδεικνύει τις αδυναμίες της αλυσίδας παραγωγής

Παραγωγοί οσπρίων μιλούν για σπορές, ποικιλίες και αποδόσεις σε ρεβίθι και φακή

Τη βελτίωση του καιρού αναμένουν οι παραγωγοί, ώστε να ξεκινήσουν τις προετοιμασίες για τις ανοιξιάτικες σπορές των οσπρίων. Το μεγαλύτερο ποσοστό της φακής βρίσκεται στα χωράφια από τα τέλη του φθινοπώρου και οι υπόλοιπες εκτάσεις αναμένεται να καλλιεργηθούν τα επόμενα 24ωρα, εφόσον το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες.

Από τις ποικιλίες ρεβιθιών, οι μεγαλόσπερμες είναι αυτές που παρουσιάζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, λόγω της ζήτησής τους από τους καταναλωτές. Προς τα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου θα ξεκινήσουν και οι σπορές των φασολιών, με μεγαλύτερες φυσικά απαιτήσεις σε νερό.

Γενικά, ο τομέας των οσπρίων παρουσιάζει ένα σημαντικό ενδιαφέρον, λόγω των περιβαλλοντικών τους ιδιοτήτων, της μεγάλης περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη για ανθρώπινη χρήση, αλλά και τη στροφή του καταναλωτικού κοινού σε φυτικές τροφές. Το αρνητικό για τη χώρα μας είναι ότι ο κλάδος δεν έχει βρει ακόμη τους βηματισμούς της αγοράς, εξαιτίας του παραδοσιακού μοντέλου πώλησης των προϊόντων. Αρνητικό, επίσης, είναι και το γεγονός ότι μεγάλες ποσότητες οσπρίων εισάγονται από το εξωτερικό και πολλές από αυτές ελληνοποιούνται.

Σύμφωνα με τον Χρήστο Τσαρσιώτη, παραγωγό οσπρίων από τα Γρεβενά, το ρεβίθι παρουσιάζει σημαντικό ενδιαφέρον στην περιφερειακή του ενότητα. Πάνω από 25.000 στρέμματα καλλιεργούνται με όσπρια όλων των ειδών, τα περισσότερα όμως με ρεβίθι.

Κάνοντας έναν μικρό απολογισμό για τη χρονιά που πέρασε, αναφέρει ότι δεν ήταν η καλύτερη για τα όσπρια, λόγω των καιρικών συνθηκών που επικράτησαν, αλλά και του μεγάλου πληθυσμού των αγριόχοιρων που κατέστρεψαν πολλές εκτάσεις.

Ο ίδιος επιμένει στις ντόπιες ποικιλίες, οι οποίες είναι παραλλαγές της «Αμοργός» και καλλιεργούνται για πολλές δεκαετίες στην περιοχή. «Μπορεί να υπάρχει μία μεγαλύτερη ζήτηση στις χονδρόσπερμες ποικιλίες, εμείς όμως επιμένουμε στις τοπικές, οι οποίες είναι μεσόσπερμες, ώστε να αναδείξουμε τα τοπικά χαρακτηριστικά τους, λόγω των εδαφοκλιματολογικών τους συνθηκών».

Σχετικά με το θέμα των τιμών, αλλά και των αποδόσεων στα ρεβίθια, ο κ. Τσαρσιώτης είπε ότι για την τρέχουσα περίοδο κυμάνθηκαν από 80 λεπτά έως 1 ευρώ και οι αποδόσεις στα 120 κιλά. «Σε καλές χρονιές μπορούμε να φτάσουμε τα 180 με 200 κιλά το στρέμμα».

Φακές για λίπανση, κτηνοτροφικά ρεβίθια για απόδοση

Αναφερόμενος στο θέμα της φακής, είπε ότι οι παραγωγοί της περιοχής την επιλέγουν για διάφορους λόγους. «Δεν γίνεται στόχος από τα αγριογούρουνα, σε αντίθεση με το ρεβίθι. Επίσης, είναι ευκολότερη ως καλλιέργεια και τη χρησιμοποιούμε για αμειψισπορά σιτηρών, μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα αζωτούχα λιπάσματα ακόμη και στο 50%. Αυτή η πρακτική έχει και περιβαλλοντικό ενδιαφέρον και σίγουρα ένα καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα, λόγω των μειωμένων εισροών», τονίζει. Ο ίδιος, τέλος, μίλησε για το κτηνοτροφικό ρεβίθι, το οποίο, αν και παρουσιάζει ενδιαφέρον από καλλιεργητικής άποψης, δεν έχει επεκταθεί σε μεγάλο ποσοστό όχι μόνο στην περιοχή των Γρεβενών, αλλά και γενικά στη χώρα. «Είναι ένα φυτό το οποίο παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα στην καλλιέργειά του, γιατί αποδίδει σε αντίξοες συνθήκες και, το βασικότερο από όλα, δεν έχει απώλειες».

Για εναλλαγή σιτηρών με ψυχανθή και κυρίως με βρώσιμα όσπρια κάνει λόγο ο Αναστάσιος Αντώναρος, από το Μαΐστρο Αλεξανδρούπολης. Ο ίδιος καλλιεργεί πάνω από 200 στρέμματα τον χρόνο, κυρίως με ρεβίθια και φακές. Εφαρμόζει το σύστημα ελεύθερης σποράς: «Σπέρνω με 20 κιλά το στρέμμα σπόρο, γιατί πιστεύω ότι έχω καλύτερες αποδόσεις σε σύγκριση με τη γραμμική, που παρουσιάζει περισσότερα προβλήματα», εκτιμά ο ίδιος. Ανέφερε επίσης ότι οι αποδόσεις της προηγούμενης καλλιεργητικής περιόδου για τα ρεβίθια κυμαίνονταν στα 200 κιλά το στρέμμα και πούλησε με 70 λεπτά το κιλό.

Το… μέγεθος μετράει στην αγορά

Ο Αντώνης Λάμπρου, από το Μαντούδι Ευβοίας, υποστηρίζει ότι «η ζήτηση για τις χονδρόσπερμες ποικιλίες από την αγορά είναι μεγαλύτερη. Για τον λόγο αυτόν, προτιμούμε την καλλιέργεια της ποικιλίας “Μακαρένα”. Το αρνητικό της είναι ότι προσβάλλεται εύκολα από ασθένειες σε σύγκριση με τις ελληνικές, όπως οι Θήβα, Αμοργός και Γαύδος». Επίσης, εκτιμά ότι οι σπορές θα ξεκινήσουν προς τα μέσα Μαρτίου και προβληματίζεται για την αύξηση στο κόστος παραγωγής. «Μπορεί τα εδάφη της περιοχής μας να είναι πλούσια σε κάλιο, μαγνήσιο και φώσφορο, αλλά το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί υπέρμετρα. Προσπαθούμε να μπούμε στην αγορά παρακάμπτοντας τους χονδρεμπόρους. Εκείνο, όμως, που μας λείπει είναι μία σύγχρονη συλλογική οργάνωση, ώστε να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα στην παραγωγή και στην εμπορία των προϊόντων μας».

Μέγα πρόβλημα οι ελληνοποιήσεις

Περιγράφοντας την εικόνα των οσπρίων για την τρέχουσα περίοδο από την περιοχή των Φαρσάλων, ο Σωτήρης Γιαννακόπουλος παραγωγός και έμπορος οσπρίων, κάνει λόγο για σταθεροποίηση της καλλιέργειας στα 20.000 στρέμματα για τη φακή και στα 10.000 για τα ρεβίθια, μαζί με τα φασόλια. «Αν και οι τιμές του βαμβακιού και των σιτηρών βρίσκονται σε καλά επίπεδα, πολλοί παραγωγοί έσπειραν φακές, ρεβίθια και φασόλια με τη νέα καλλιεργητική περίοδο».

Αυτό που προβληματίζει περισσότερο τον κ. Γιαννακόπουλο είναι οι ελληνοποιήσεις των οσπρίων και η ολιγωρία της πολιτείας απέναντί τους, που αφήνει ξεκρέμαστη την ελληνική παραγωγή και κοστίζει στον παραγωγό την προστιθέμενη αξία του προϊόντος του.

Επίσης, ο κ. Γιαννακόπουλος τονίζει την υπεροχή των ελληνικών οσπρίων ως προς το θέμα της ποιότητας, αλλά και την ανάγκη ανάδειξης των συγκριτικών τους πλεονεκτημάτων, όχι μόνο στην εγχώρια, αλλά και στη διεθνή αγορά.

«Οι ξεχωριστές ιδιότητες των ελληνικών οσπρίων, όπως επίσης και ο περιβαλλοντικός χαρακτήρας της καλλιέργειάς τους, αποτελούν τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, τα οποία θα πρέπει να αναδείξουμε στους καταναλωτές, ως ένα σύγχρονο διατροφικό μοντέλο, μέσα όχι μόνο από τον τρόπο παραγωγής, αλλά και της μεταποίησης», καταλήγει.