Στεγνώνει η Κορινθία

Σε απόγνωση οι παραγωγοί, χάνουν και ποιότητα και ποσότητες

Με τον κίνδυνο της ερημοποίησης είναι αντιμέτωποι οι αγρότες της Κορινθίας, καθώς ένα μεγάλο κομμάτι της υπαίθρου του νομού χρόνο με τον χρόνο «στεγνώνει». Η πολύχρονη ταλαιπωρία των παραγωγών λόγω της έλλειψης νερού άρδευσης δεν φαίνεται να έχει αίσιο τέλος, αφού ήδη υπάρχουν περιοχές, όπως είναι το Θαλερό, όπου η καλλιέργεια ειδών που απαιτούν πότισμα είναι απαγορευτική και οι παραγωγοί έχουν δύο χρόνια να ποτίσουν.

«Χρυσή» η ώρα ποτίσματος

Όπως εξηγεί στην «ΥΧ» ο παραγωγός και μέλος του ΤΟΕΒ Ξυλοκάστρου, Σπύρος Αποστολόπουλος, «το πρόβλημα του νερού έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Οι περιοχές Κιάτου, Ξυλοκάστρου, Ευρωστίνης, Βέλου, Βόχας, αλλά και της Κορίνθου, αντιμετωπίζουν σημαντικά προβλήματα. Την τελευταία δεκαετία, η κατάσταση επιδεινώνεται χωρίς να αλλάζει κάτι. Υπάρχουν περιοχές όπου το κυρίαρχο πρόβλημα είναι η αγορά του νερού σε υψηλές τιμές. Η ώρα ποτίσματος φτάνει να πωλείται 60-70 ευρώ και αυτό δημιουργεί προβλήματα, αφού το κόστος καλλιέργειας εκτοξεύεται στα ύψη».

Στον Δήμο Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης, που αποτελεί το 35% της συνολικής καλλιεργήσιμης επιφάνειας των περιοχών που πλήττονται από την έλλειψη νερού, «οι επιπτώσεις τόσο στην ποιότητα όσο και στην ποσότητα των προϊόντων είναι εμφανείς. Το αυξημένο κόστος σπρώχνει καλλιέργειες εκτός παραγωγής. Η Σουλτανίνα, αυτήν τη στιγμή, κρίνεται ασύμφορη για να καλλιεργηθεί. Υπάρχουν χωριά που έχουν να ποτίσουν δύο χρόνια, καλλιέργειες που από ποτιστικές έγιναν ξερικές», αναφέρει ο κ. Αποστολόπουλος. «Όλα αυτά μειώνουν την παραγωγή και την καθιστούν λιγότερο ανταγωνιστική. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου λεμονιές ποτίζονται κάθε 70 μέρες», συνεχίζει.

Σχετικά με την εξεύρεση λύσης, ο ίδιος τονίζει πως «η λύση είναι έργα που θα στοχεύουν στην αποθήκευση νερού που έρχεται από τα ορεινά. Το μεγάλο έργο αφορά τη λιμνοδεξαμενή της Ρίζας που θα έδινε τη δυνατότητα άρδευσης 5.000 στρεμμάτων, τα οποία αντιστοιχούν σε 1.500 οικογένειες».

Επιπτώσεις

Από την πλευρά του, ο Παρασκευάς Βασίλειος, παραγωγός από τον Άγιο Βασίλη, υπογραμμίζει: «Το πρόβλημα είναι πλέον μεγάλο. Οι στάθμες έχουν κατέβει πολύ και οι ανάγκες για νερό είναι μεγάλες. Το νερό είναι πια πανάκριβο και αυτό έχει ως συνέπεια να μειωθεί και ο αριθμός των δέντρων που ποτίζαμε καθημερινά. Ενώ ποτίζαμε 150 δέντρα την ημέρα, πάμε τώρα στα μισά. Είναι χαρακτηριστικό ότι φέτος δεν έχουν μπει όψιμες καλλιέργειες. Λάχανα, κουνουπίδια και μπρόκολα δεν μπήκαν. Στη Σκοτεινή, από τα τέλη Ιουνίου τούς απαγόρεψαν να φυτέψουν κηπευτικά, λόγω έλλειψης νερού, και λύση δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Μας λένε ότι θα πάρουμε νερό από τον Ανάβαλο».

Μεγαλύτερο το πρόβλημα στην Ανατολική Κορινθία

Ο γεωπόνος Κωνσταντίνος Πάπας, από το Κιάτο Κορινθίας, εξηγεί ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχει η Ανατολική Κορινθία, δηλαδή από τη Βόχα μέχρι και την Κόρινθο. «Στις περιοχές αυτές αρκετοί παραγωγοί καταστράφηκαν. Η Σουλτανίνα δεν βγήκε και πολλά κτήματα δεν τρυγήθηκαν, επειδή δεν μπόρεσαν να καλύψουν τις ανάγκες τους σε νερό. Στο Κιάτο έχουμε οδηγηθεί σε μεγάλο αδιέξοδο. Πέρα από την επάρκεια του νερού, πολλοί παραγωγοί δεν έχουν δυνατότητα να πληρώσουν τόσο ακριβά το νερό. Από γεωτρήσεις που έπαιρνες 40-60 κυβικά, τώρα ζήτημα να πάρεις 10 κυβικά ή και καθόλου».

Σύμφωνα με τον κ. Πάπα, «οι καλλιέργειες θα προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Αναγκαστικά θα πάμε σε καλλιέργειες λιγότερο απαιτητικές σε νερό. Το φράγμα του Ασωπού τείνει να γίνει σαν το γεφύρι της Άρτας και φυσικά δεν υπάρχουν δευτερεύοντα δίκτυα. Αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστούμε χρόνο ακόμα», δηλώνει.

Τέλος, ο Θωμάς Γκότσης από τα Αθίκια λέει πως η έλλειψη νερού και στην περιοχή του είναι τεράστια. «Αν και έχουμε κοντά στο μισό εκατομμύριο ελαιόδεντρα, θα βγάλουμε λάδι μόνο για τις ανάγκες του σπιτιού μας. Οι σταφιδάδες σταμάτησαν και γενικότερα πολλοί πλέον είναι ένα βήμα πριν από την εγκατάλειψη της παραγωγής και την αναζήτηση νέας εργασίας. Χάνουμε δέντρα από τη λειψυδρία και λύση πουθενά. Μία υπόσχεση για νερό από τον βιολογικό έμεινε υπόσχεση. Λείπουν τα έργα υποδομής και το αποτέλεσμα είναι από τους 1.200 τόνους ελαιολάδου που βγάζαμε κάποτε, σήμερα να μη φτάνει ούτε για προσωπική χρήση».