Το ταχίνι του Έβρου που ταξιδεύει από τις ΗΠΑ μέχρι το Ντουμπάι

-Διαφήμιση-

«Ενα πρόβλημα γεννάει πάντα μια λύση». Με αυτή την αρχή μεγάλωσε ο Θανάσης Πολυζωίδης, και αυτό το μονοπάτι ήταν που τον οδήγησε στη δημιουργία της «Σάμυθος», μιας καθετοποιημένης επιχείρησης παραγωγής προϊόντων από σουσάμι με έδρα την Αλεξανδρούπολη, η οποία μέσα σε δύο χρόνια έχει καταφέρει να εξαπλωθεί στην εγχώρια αγορά, αλλά και σε πολλές χώρες.

Ο κ. Πολυζωίδης σπούδασε γεωπόνος στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακό στη Διασφάλιση Ποιότητας Τροφίμων και στα Συστήματα Πιστοποίησης, ενώ το βιογραφικό του περιλαμβάνει ακόμα και μεταπτυχιακό στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Στα Βρυσικά Διδυμοτείχου, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, το κυριότερο πρόβλημα που είχαν οι αγρότες ήταν τι θα κάνουν με τα άγονα χωράφια τους. «Όταν έβαζαν σιτάρι, κριθάρι ή βαμβάκι, η απόδοση ήταν τόσο χαμηλή που δεν συνέφερε. Ρώτησα τους χωριανούς τι έβαζαν στα χωράφια οι παππούδες τους παλαιότερα και μου είπαν ότι καλλιεργούσαν σουσάμι, και μάλιστα μια τοπική ποικιλία του Έβρου. Όμως, όπως μου εξήγησαν, έπαψαν να το παράγουν, όταν οι έμποροι σταμάτησαν να το αγοράζουν», διηγείται στην «ΥΧ».

Η πρώτη του σκέψη ήταν να αναλάβουν οι ίδιοι οι παραγωγοί την εμπορία του προϊόντος. Όπως ωστόσο σημειώνει, «δεν είχε νόημα να καλλιεργήσουμε απλά σουσάμι και να βγούμε να ανταγωνιστούμε στην αγορά το Σουδάν, την Ινδία ή το Πακιστάν». Άρχισε επομένως να αναζητά εναλλακτικές λύσεις, κάτι που αποδείχτηκε δύσκολο και χρονοβόρο.

Έμπνευση από τη Νότια Κορέα

«Μίλησα με τους καθηγητές από το πανεπιστήμιο, έψαξα τι κάνουν στις αραβικές χώρες οι οποίες έχουν παράδοση στο σουσάμι και σχεδόν από τύχη βρήκα τη λύση στη Νότια Κορέα», εξηγεί ο κ. Πολυζωίδης. Στη χώρα αυτή, όπως και στην Ιαπωνία, δεν χρησιμοποιούν στο φαγητό σκέτο αλάτι, αλλά ένα μείγμα από βότανα, αλάτι και 50% σουσάμι. «Έχουν λοιπόν σχετική τεχνολογία για την επεξεργασία του σπόρου», λέει ο κ. Πολυζωίδης.

Κάπως έτσι ξεκίνησε η προετοιμασία. «Δουλέψαμε 6-7 χρόνια, ώστε να φέρουμε την τεχνολογία στα δικά μας μέτρα για να ικανοποιεί τις δικές μας ανάγκες. Βλέπετε, εκείνοι καλλιεργούν το μαύρο σουσάμι, από το οποίο είναι πιο εύκολο να φτιάξεις ωμό ταχίνι, γιατί είναι πιο πλούσιο σε λάδι. Το δικό μας έχει πολλή στερεά ύλη, οπότε αν κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας ανέβει η θερμοκρασία πάνω από 40 βαθμούς, καταστρέφονται τα ένζυμα», εξηγεί. Στη συνέχεια, ο κ. Πολυζωίδης πατεντάρισε την τεχνολογία στον ΟΒΙ (Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας) και πριν από δύο περίπου χρόνια, η «Σάμυθος» ξεκίνησε να βγάζει προϊόν στην αγορά.

Χωρίς θερμική επεξεργασία

Τα μηχανήματα που χρησιμοποιούνται στη μονάδα επεξεργασίας του σπόρου είναι σχεδιασμένα από την ομάδα της εταιρείας, έτσι ώστε σε όλα τα στάδια να ελέγχεται η θερμοκρασία και να μην ανεβαίνει πάνω από τους 40 βαθμούς. Η μοναδικότητα των προϊόντων που παράγει η «Σάμυθος» έγκειται, επίσης, στο γεγονός ότι η επεξεργασία του σπόρου γίνεται με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε το ασβέστιο και ο σίδηρος που περιέχονται στο σουσάμι να είναι σε ποσοστό 85%-90% σε μορφή αφομοιώσιμη για τον ανθρώπινο οργανισμό. Μέχρι στιγμής παράγονται τρία προϊόντα, το Βιολογικό Ωμό Ταχίνι-Άθερμο, το Βιολογικό Ταχίνι Ψυχρής Έκθλιψης και το Βιολογικό Ταχίνι με Μέλι και Μπαχαρικά. Ωστόσο, ήδη υπάρχουν σχέδια για τη δημιουργία dressing για σαλάτες και ψητά, σε συνεργασία με την εταιρεία Black Garlic.

Μπαίνουν στο παιχνίδι και οι ντόπιοι καλλιεργητές

Το σημαντικότερο συστατικό της ποιότητας του τελικού προϊόντος είναι, βέβαια, η πρώτη ύλη, που παράγεται προς το παρόν στα κτήματα της οικογένειας που βρίσκονται στα ορεινά εντός του δικτύου Νatura και καλλιεργούνται βιολογικά. Η πρώτη ύλη έχει εξαιρετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, ωστόσο η παραγωγή κρύβει δύο σημαντικές δυσκολίες. Δεν μπορεί να γίνει μηχανική συλλογή, γιατί η συγκεκριμένη ποικιλία έχει ανομοιόμορφη ωρίμανση και, παράλληλα, έχει μικρή στρεμματική απόδοση. Έτσι, η έκταση που αυτήn τη στιγμή καλλιεργείται, καλύπτει περίπου 180 στρέμματα, ενώ η χαμηλή απόδοση δεν δίνει μεγάλη παραγωγή. «Εμείς παράγουμε 40-50 κιλά το στρέμμα, ενώ άλλες ποικιλίες δίνουν μέχρι και 200 κιλά. Δοκιμάσαμε ξένες ποικιλίες, αλλά τα αποτελέσματα δεν ήταν καλά», εξηγεί.

Καθώς η ζήτηση αυξάνεται συνεχώς, σταδιακά θα ξεκινήσουν και άλλοι παραγωγοί της περιοχής να εντάσσονται στο παραγωγικό δυναμικό. «Ήδη έχει εκδηλωθεί μεγάλο ενδιαφέρον από καλλιεργητές», καταλήγει ο ιδιοκτήτης της εταιρείας.

Δίκτυο εξαγωγών σε τρεις ηπείρους

Το 60% της παραγωγής διατίθεται στην Ελλάδα σε μικρά μαγαζιά και στο σούπερ μάρκετ Θανόπουλος, ενώ το υπόλοιπο εξάγεται σε 12 χώρες, μεταξύ των οποίων το Ντουμπάι και οι ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό προϊόν υψηλής ποιότητας, του οποίου όμως η τιμή είναι ανάλογα υψηλή. «Πάμε πολύ καλά, θα ήμουν αχάριστος να πω το αντίθετο και μάλιστα ενώ τα προϊόντα μας έχουν τη διπλάσια τιμή, από το αμέσως επόμενο παρόμοιο προϊόν», επισημαίνει ο Θανάσης Πολυζωίδης. «Με δεδομένη την υψηλή τιμή, πώς υποδέχτηκε η αγορά το προϊόν;», ρωτάμε τον επιχειρηματία. «Είμαστε ακριβοί, γιατί το κόστος παραγωγής και επεξεργασίας είναι πολύ υψηλό», απαντά και προσθέτει: «Είμαστε, επίσης, η μόνη εταιρεία που παρέχει πιστοποίηση ότι το προϊόν δεν έχει σαλμονέλα ή αφαλατοξίνες. Ένα στα δύο φορτία σπόρου που εισάγονται από Ασία και Αφρική ελέγχονται για σαλμονέλα. Από αυτό φαίνεται πόσο μεγάλο είναι το πρόβλημα, που κυρίως οφείλεται στις συνθήκες αποθήκευσης. Ο κόσμος, ειδικά στο εξωτερικό, αναγνωρίζει την αξία των προϊόντων. Το brand name “ελληνικό τρόφιμο” έχει πολύ καλή φήμη στο εξωτερικό, αρκεί και εμείς που δραστηριοποιούμαστε σε αυτές τις αγορές να σεβόμαστε και να υποστηρίζουμε την καλή μας φήμη. Ξέρετε, υπάρχουν αγορές για όλα τα προϊόντα, αρκεί να ξέρεις πού απευθύνεσαι και πώς να προσεγγίσεις το κοινό σου».