Σε ρηχά νερά οι τιμές της τσιπούρας

Υπερπροσφορά και ανάγκες Νηρέα - Σελόντα για ρευστό πιέζουν την αγορά

alieia-psarades-dixtia
-Διαφήμιση-

Παγιδευμένες σε ένα παρατεταμένο σπιράλ πιεσμένων τιμών, που τροφοδοτείται τόσο από τις συνθήκες υπερπροσφοράς στην παγκόσμια αγορά και την επιθετική εμπορική πολιτική της Τουρκίας όσο και από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι δύο μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου, μοιάζουν οι ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες.

Την ώρα που ο διαγωνισμός για την πώληση των Νηρέα και Σελόντα βαδίζει προς την τελευταία φάση του, αυτή της κατάθεσης δεσμευτικών προσφορών, οι τιμές της τσιπούρας και του λαβρακιού συνεχίζουν την πτωτική πορεία που είχε καταγραφεί από τα τέλη του προηγούμενου χρόνου.

Όπως αναφέρουν στην «Υπαιθρο Χώρα» πηγές από την αγορά, η τσιπούρα φτάνει να πωλείται αυτό το διάστημα από τις εγχώριες εταιρείες έως και 3,80 ευρώ το κιλό, ενώ ελαφρώς υψηλότερη στα 4-4,20 ευρώ το κιλό είναι η τιμή που «πιάνει» το λαβράκι. Και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι τιμές είναι μειωμένες κατά περίπου 50 λεπτά/κιλό σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι. Το στοιχείο αυτό αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκηνικό που έχει διαμορφωθεί στη διεθνή αγορά, ενέχει όμως και μια ελληνική «ιδιαιτερότητα».

Τουρκική απειλή

Στην πρώτη περίπτωση, η ραγδαία αύξηση της τουρκικής παραγωγής σε συνδυασμό με την υποτίμηση της τουρκικής λίρας έχουν δώσει στη γειτονική χώρα τη δυνατότητα να διεισδύσει με άκρως ανταγωνιστικούς όρους στις ευρωπαϊκές αγορές, εκτοπίζοντας σε αρκετές περιπτώσεις το ελληνικό προϊόν και αυξάνοντας κατακόρυφα την προσφορά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην τελευταία έκθεσή του ο FAO Globefish, «πολλοί παράγοντες του κλάδου εκτιμούν πλέον ότι απειλείται σοβαρά η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης και, μέχρι στιγμής, στο 2017, η παρατεταμένη πτώση των τιμών, ιδίως σε ό,τι αφορά την τσιπούρα, δείχνει να επιβεβαιώνει αυτούς τους ισχυρισμούς».

Σύμφωνα με τον FAO Globefish, η μέση τιμή εξαγωγής της ελληνικής τσιπούρας στο πρώτο τρίμηνο του 2017 υποχώρησε 12% στα 4,70 ευρώ το κιλό, ενώ για το λαβράκι η μείωση ήταν 4% στα 5,26 ευρώ το κιλό. Οι αντίστοιχες τιμές με τις οποίες εξήγαγε η Τουρκία στο ίδιο διάστημα ήταν 3,74 ευρώ το κιλό (-27% σε σχέση με πέρυσι) και 4,64 ευρώ το κιλό (-13%). Όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο Οργανισμός, «αυτά τα επίπεδα τιμών ροκανίζουν σταθερά τα ήδη στενά περιθώρια κέρδους των ελληνικών επιχειρήσεων και, με την παραγωγή να αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω το επόμενο διάστημα, η μείωση του κόστους, η ενίσχυση της προστιθέμενης αξίας και η ανάπτυξη νέων αγορών είναι βασικά σημεία στα οποία πρέπει να επικεντρωθούν».

Παρόμοιες ανησυχίες διακατέχουν και τις ισπανικές ιχθυοκαλλιέργειες, ωστόσο εδώ η έμφαση στο επώνυμο προϊόν και οι υψηλότερες τιμές στις οποίες πωλούν, δεδομένου ότι απευθύνονται κυρίως στη Γαλλία και στην Πορτογαλία, έχουν καταφέρει να διασφαλίσουν μια σχετική προστασία απέναντι στον φθηνό τουρκικό ανταγωνισμό.

Εξαγορές στη Μαυριτανία

Οι τουρκικές επιχειρήσεις δεν δείχνουν να ανησυχούν ιδιαίτερα για τις συνέπειες της υπερπροσφοράς, θεωρώντας ότι οι αναδυόμενες αγορές και η ενίσχυση της ζήτησης «εντός των τοιχών» θα απορροφήσουν την αυξημένη παραγωγή. Σε αυτή την κατεύθυνση, μάλιστα, διοργανώνουν με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα προωθητικές ενέργειες, όπως φεστιβάλ και «Μέρες ψαριού» σε διάφορες πόλεις της χώρας. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι το τελευταίο διάστημα αρκετές από αυτές έχουν προχωρήσει στην εξαγορά μονάδων παραγωγής ιχθυοτροφών στη Μαυριτανία, εξασφαλίζοντας έτσι πρόσβαση σε φθηνές και καλής ποιότητας πρώτες ύλες, στοιχείο που έχει παίξει τον ρόλο του στην αύξηση της παραγωγής.

Μπαίνουν μέσα 1,5 εκατ. ευρώ κάθε εβδομάδα

To σκηνικό των μειωμένων τιμών έχει και μια ξεχωριστή ελληνική «πτυχή». Παραδοσιακά το δίμηνο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου, αυξάνεται στη χώρα μας η προσφορά ψαριού από την ελεύθερη αλιεία. Η συνήθης «άμυνα» των ιχθυοκαλλιεργειών ήταν να διοχετεύουν λιγότερο προϊόν στην αγορά, με στόχο να προστατευτούν οι τιμές. Με δεδομένο, όμως, ότι Νηρέας και Σελόντα αυτήν τη στιγμή έχουν άμεση ανάγκη από ρευστό και μην έχοντας πρόσβαση σε άλλες πηγές χρηματοδότησης, συνεχίζουν να τροφοδοτούν κανονικά με τσιπούρα και λαβράκι την αγορά, εντείνοντας έτσι τις πιέσεις στις τιμές. Όπως πληροφορείται η «ΥΧ», το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει έντονο εκνευρισμό στους επικεφαλής των υπόλοιπων εταιρειών, οι οποίοι σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις μιλούν με κάθε άλλο παρά τιμητικούς χαρακτηρισμούς για τις –διορισμένες από τα τραπεζικά ιδρύματα– διοικήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, με τις τρέχουσες τιμές και με ένα κοστολόγιο που, μαζί με τις υποχρεώσεις από τους τόκους, φτάνει τα 4,80-5 ευρώ το κιλό, παράγοντες του κλάδου εκτιμούν ότι Νηρέας και Σελόντα μπαίνουν «μέσα» περίπου 1 ευρώ για κάθε κιλό που πουλάνε. Κάτι που, με συνδυασμένες πωλήσεις της τάξης των 1.500 τόνων στο επταήμερο, μεταφράζεται σε απώλειες 1,5 εκατ. ευρώ σε εβδομαδιαία βάση.

 

Συμπράξεις μεταξύ των μνηστήρων βλέπει η αγορά

Σε δύο «γκρουπ» μπορούν να διαχωριστούν οι συνολικά οκτώ ενδιαφερόμενοι που υπέβαλαν μη δεσμευτικές προσφορές για Νηρέα και Σελόντα και πέρασαν στην επόμενη φάση του διαγωνισμού. Στο πρώτο εντάσσονται τα δύο funds, που έχουν ήδη παρουσία ή δραστηριότητα στις ιχθυοκαλλιέργειες, δηλαδή η Amerra Capital Management (που έχει εξαγοράσει την Ανδρομέδα), η ελληνικών συμφερόντων Diorasis (που ελέγχει την Υδατοκαλλιέργειες Γ. & Π. Μπιτσάκος) και ο καναδικός κολοσσός του κλάδου Cooke. Στο δεύτερο γκρουπ μπορούν να ομαδοποιηθούν τα «αμιγώς επενδυτικά» funds, δηλαδή η Rhone Capital, η Oaktree, η HIG, η Tinicum και η Duet Group.

Πηγές από την αγορά θεωρούν πολύ πιθανό στο επόμενο στάδιο της διαδικασίας να προκύψουν συμπράξεις μεταξύ των δύο «γκρουπ», θεωρώντας ότι τόσο η Amerra όσο και η Diorasis (αν και διαθέτουν τεχνογνωσία) δύσκολα μπορούν από μόνες τους να «τρέξουν» τα δύο μαγαζιά χωρίς κάποιες πιο ισχυρές οικονομικές «πλάτες». Οι ίδιες πηγές εκτιμούν ότι, όσο περνάει ο χρόνος, ενισχύεται το σενάριο οι δύο εταιρείες να περάσουν, τελικά, στα χέρια του ίδιου ιδιοκτήτη.