Από τους 250.000 τόνους βαμβακιού ετησίως μόνο το 10% μεταποιείται σε νήμα

Ομάδες Εργασίας συστήνει το ΥΠΑΑΤ για βαμβάκι για γαλα/γο κτηνοτροφία
-Διαφήμιση-
Delegate

«Δυστυχώς στην Ελλάδα, από τους περίπου 250.000 τόνους βαμβακιού που παράγονται ετησίως, το πολύ 10% μεταποιούνται σε επόμενο στάδιο, γίνεται δηλαδή νήμα. Πριν είκοσι χρόνια, το ποσοστό αυτό ήταν συντριπτικά μεγαλύτερο, μεταποιούνταν εδώ. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια, πολύ πριν έρθει η κρίση στη χώρα, ήρθε η κρίση στην κλωστοϋφαντουργία και οι περισσότερες εταιρείες έχουν κλείσει, οπότε το βαμβάκι, ως πρώτη ύλη, εξάγεται».

Τα παραπάνω δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εκκοκκιστής και διευθύνων σύμβουλος της «Κλωστοϋφαντουργία Ναυπάκτου ΑΒΕΕ», Δημήτρης Πολύχρονος, στο περιθώριο της 2ης ετήσιας ημερίδας για την ποιότητα του ελληνικού βαμβακιού, που διοργάνωσε η Διεπαγγελματική Οργάνωση Βάμβακος στην Αλεξανδρούπολη.

Περιγράφει την κατάσταση στην ελληνική κλωστοϋφαντουργία: «Σήμερα είναι ελάχιστα καλύτερη απ’ ότι τα προηγούμενα χρόνια, αλλά δυστυχώς ακόμη δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για αναστροφή του κλίματος. Η κλωστοϋφαντουργία έχει συρρικνωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό και οι εταιρείες που εξακολουθούμε να κάνουμε νήματα στην Ελλάδα είμαστε μόλις 4-5». Εκτιμά, ωστόσο: «Έχει δοθεί η μάχη για την επιβίωση. Θέλω να πιστεύω ότι αυτοί που έχουμε μείνει θα παραμείνουμε και περιμένουμε να δούμε πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση. Σίγουρα έχει βοηθήσει η εσωτερική υποτίμηση, σίγουρα βοηθάει πάρα πολύ το γεγονός ότι η ισοτιμία δεν είναι εκεί που ήταν. Αυτά είναι κάποια θετικά».

-Διαφήμιση-

Αναφορικά με την ταυτότητα του ελληνικού βαμβακιού, σημειώνει πως «ως φυσικό προϊόν το ελληνικό βαμβάκι είναι πάρα πολύ καλό ποιοτικά, έχει πολύ δυνατό brand name στο εξωτερικό και πολύ μεγάλη ζήτηση ως πρώτη ύλη».

Ως προς τις κύριες αγορές στις οποίες εξάγεται, αυτές είναι η Αίγυπτος και η Τουρκία με τη δεύτερη να έχει υπερδιπλάσιο βαμβάκι απ’ ότι η Ελλάδα, αλλά και «φοβερή ανάπτυξη στην κλωστοϋφαντουργία» την οποία ο κ. Πολύχρονος αποδίδει αφενός στα χαμηλότερα κοστολόγια της γείτονος και αφετέρου στο γεγονός ότι «η κυβέρνηση δίνει αφειδώς χρήματα ή επιδοτήσεις με διάφορους τρόπους, οπότε οι επιχειρηματίες έχουν πλεονεκτήματα».

Για την αναγκαιότητα του συνεργατισμού και το έλλειμμα της λογικής της κυκλικής οικονομίας, μίλησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο πρόεδρος της εταιρείας «Αγροτική Ανάπτυξη», Κώστας Μπλιάτσιος. «Γεωργία στη Νότια Ευρώπη με έναν-έναν μόνο του δεν θα υπάρχει στα επόμενα δέκα χρόνια, θα σταματήσει. Πρέπει να καταλάβουμε ότι πρέπει να βγούμε προς τα έξω ως ένας. Έχουν δυσκολία στο να το δεχθούν αυτό οι Έλληνες αγρότες γιατί δυστυχώς έχουν κάψει το καλύτερο εργαλείο της παγκόσμιας οικονομίας των μικρών αγροτών που είναι ο συνεργατισμός-συνεταιρισμός… Πρέπει να πάμε στη λογική από το ράφι στο χωράφι. Να παράγουμε αυτό που θέλει το ράφι» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Αναγνωρίζει ως το μεγαλύτερο πρόβλημα του κλάδου «τη λογική ότι θέλουμε ένα κράτος που θα μας έχει μια εγγυημένη τιμή», συμπληρώνοντας πως «αυτά δεν γίνονται ούτε στα παραμύθια», τις πολλές ποικιλίες που έχουμε στην Ελλάδα εξαιτίας των οποίων «έχουμε χάσει από την αξία του βαμβακιού, γιατί δεν έχουμε μεγάλες ποσότητες μιας ποικιλίας, καθώς και το ότι «στην Ελλάδα δεν μπήκε ποτέ η λογική της κυκλικής οικονομίας. Το να δούμε τι κάνουμε τα υπολείμματα. Τα πουλάμε όπου βρούμε ή το έχουμε υποβαθμίσει μόνοι μας γιατί σπέρνουμε 150 ποικιλίες. Κανένας βαμβακοπαραγωγός δεν ξέρει ότι το ευρώ γίνεται από βαμβάκι. Κάτι που το παράγουμε εμείς και δεν το ξέρουμε» δηλώνει ο κ. Μπλιάτσιος.

«Στους νομούς Έβρου και Ροδόπης, η καλλιέργεια του βαμβακιού καταλαμβάνει το μεγαλύτερο ποσοστό των καλλιεργήσιμων εκτάσεων κι έχει πρωτεύοντα ρόλο τόσο στην τοπική όσο και την εθνική οικονομία» δήλωσε στην ομιλία του ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Αλεξανδρούπολης, Κώστας Αλεξανδρής.

Αναγνώρισε ως σημαντικά και χρόνια προβλήματα του κλάδου το υψηλό κόστος παραγωγής, την έλλειψη ταξινόμησης και πιστοποίησης της ποιότητας και τη δημιουργία εμπορικής ταυτότητας του προϊόντος». Ειδική αναφορά έκανε στις διαφορετικές τιμές αγοράς του προϊόντος από περιοχή σε περιοχή. «Μας προκάλεσε αρνητική εντύπωση και προβληματισμό το γεγονός ότι στον νομό Έβρου είχαμε τη χαμηλότερη τιμή αγορά απ’ όλη την Ελλάδα (0,46 ευρώ). Ως παραγωγοί θα θέλαμε να θέσουμε το ερώτημα αν τελικά η ανοιχτή τιμή αγοράς ευνοεί τον ανταγωνισμό κι αν εν τέλει υφίσταται ανταγωνισμός ως προς τη διαμόρφωση της τιμής. Γιατί κάποιος να στοχεύσει στην παραγωγή ενός ανώτερου ποιοτικά προϊόντος, όταν αυτό θα κοστολογηθεί τελικά όσο κι ένα κατώτερης ποιότητας. Λείπει ουσιαστικά το κίνητρο» κατέληξε ο κ. Αλεξανδρής.

ΑΠΕ