Αυξήθηκαν οι πωλήσεις φυτοφαρμάκων στην ΕΕ το 2024 μετά τη διετή πτώση

Ανοδικά κινήθηκαν το 2024 οι πωλήσεις φυτοφαρμάκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανακάμπτοντας μετά τη σημαντική μείωση που είχε καταγραφεί τα δύο προηγούμενα χρόνια, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat. Η αύξηση αποδίδεται κυρίως στις ιδιαίτερες καιρικές συνθήκες που επικράτησαν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με τις αυξημένες βροχοπτώσεις και την υψηλή υγρασία να ενισχύουν την ανάγκη χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων. Οι συνολικές πωλήσεις φυτοφαρμάκων στην ΕΕ ανήλθαν το 2024 περίπου στους 316.000 τόνους, σημειώνοντας αισθητή ανάκαμψη μετά τις έντονες μειώσεις που είχαν καταγραφεί το 2022 και το 2023. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία, η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρήθηκε στις κατηγορίες των μυκητοκτόνων και των μαλακιοκτόνων, καθώς οι παραγωγοί κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν παθογόνους οργανισμούς που ευνοούνται από την υγρασία.
Οι παράγοντες
Η Eurostat επισημαίνει ότι η πορεία της αγοράς φυτοφαρμάκων επηρεάστηκε από πολλούς παράγοντες. Εκτός από τις κλιματικές συνθήκες, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι αλλαγές στο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ, όπως η απόσυρση ορισμένων δραστικών ουσιών για λόγους προστασίας της υγείας, η έγκριση νέων προϊόντων αλλά και η αβεβαιότητα σχετικά με την ανανέωση αδειών κυκλοφορίας συγκεκριμένων ουσιών. Παράλληλα, οι μεταβολές στις γεωργικές πρακτικές συνέβαλαν στις διαφοροποιήσεις της αγοράς. Η εφαρμογή αμειψισποράς, η επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων σε ορισμένες καλλιέργειες και οι νέες στρατηγικές διαχείρισης επιβλαβών οργανισμών επηρέασαν τη ζήτηση φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε αρκετά κράτη-μέλη.
Κατηγορίες
Κατά την περίοδο 2011-2024, οι μεγαλύτερες κατηγορίες φυτοφαρμάκων στην ΕΕ παρέμειναν τα μυκητοκτόνα και βακτηριοκτόνα, καθώς και τα ζιζανιοκτόνα. Το 2024 τα μυκητοκτόνα και βακτηριοκτόνα αντιστοιχούσαν στο 40% των συνολικών πωλήσεων, ενώ τα ζιζανιοκτόνα, τα αποφυλλωτικά και τα προϊόντα καταπολέμησης βρύων κάλυπταν το 35%. Τα εντομοκτόνα και ακαρεοκτόνα κατείχαν μερίδιο 17%, ενώ οι υπόλοιπες κατηγορίες, όπως τα μαλακιοκτόνα και οι ρυθμιστές ανάπτυξης φυτών, αντιπροσώπευαν λιγότερο από το 10% της αγοράς. Τις υψηλότερες πωλήσεις φυτοφαρμάκων κατέγραψαν η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία και η Ιταλία, χώρες που αποτελούν και τους σημαντικότερους αγροτικούς παραγωγούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνολικά, οι τέσσερις αυτές χώρες συγκεντρώνουν περισσότερο από το ήμισυ της χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης της ΕΕ και σχεδόν το 50% των αρόσιμων εκτάσεων. Σε επίπεδο κρατών-μελών, οι εξελίξεις δεν ήταν ομοιόμορφες. Από τις 21 χώρες για τις οποίες υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία μεταξύ 2011 και 2024, οι 14 κατέγραψαν μείωση πωλήσεων φυτοφαρμάκων. Οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στην Τσεχία, την Ιταλία, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία.
Αντίθετα, αύξηση των πωλήσεων καταγράφηκε στη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Φινλανδία, τη Λιθουανία, την Αυστρία και τη Λετονία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση των επιμέρους κατηγοριών. Τα ανόργανα μυκητοκτόνα, όπως οι ενώσεις χαλκού και θείου, αντιπροσώπευαν πάνω από το 60% των πωλήσεων στην κατηγορία των μυκητοκτόνων, ενώ στα ζιζανιοκτόνα κυριάρχησαν τα οργανοφωσφορικά προϊόντα, στα οποία περιλαμβάνεται και η γλυφοσάτη. Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν τη στενή σύνδεση μεταξύ κλιματικών συνθηκών, αγροτικής παραγωγής και χρήσης φυτοπροστατευτικών προϊόντων, σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή γεωργία βρίσκεται αντιμέτωπη τόσο με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής όσο και με την αυστηροποίηση των περιβαλλοντικών κανονισμών.








