Σε άνοδο η ρίγανη και το τσάι του βουνού – Σε πίεση η λεβάντα λόγω αποθεμάτων

Η μεταποίηση έχει, σε μεγάλο βαθμό, προσαρμοστεί στα δεδομένα της αγοράς
07/05/2026
4' διάβασμα
se-anodo-i-rigani-kai-to-tsai-tou-vounou-se-piesi-i-levanta-logo-apothematon-378298

Τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά αποτελούν έναν δυναμικό αλλά και ευμετάβλητο τομέα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Οι ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες της χώρας προσφέρουν σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα, επιτρέποντας την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας και έντονων αρωματικών χαρακτηριστικών. Ωστόσο, η μέχρι σήμερα πορεία του κλάδου δεν έχει επιβεβαιώσει πλήρως τις αρχικές προσδοκίες.

Οι διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές, σε συνδυασμό με διαρθρωτικές αδυναμίες, έχουν οδηγήσει σε πιέσεις για αρκετές καλλιέργειες. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικός αριθμός παραγωγών και μεταποιητών συνεχίζει να επενδύει στον τομέα, εκτιμώντας ότι η αυξανόμενη ζήτηση για φυσικά προϊόντα μπορεί να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες.

Οι βασικές καλλιέργειες και οι τάσεις της αγοράς

Μεταξύ των κυριότερων αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα συγκαταλέγονται η ρίγανη, το τσάι του βουνού, η λεβάντα, το δεντρολίβανο και το θυμάρι. Η μεταποίηση έχει, σε μεγάλο βαθμό, προσαρμοστεί στα δεδομένα της αγοράς, με έμφαση τόσο στην ξηρή δρόγη όσο και στα αιθέρια έλαια. Ωστόσο, η αγορά των αιθέριων ελαίων εμφανίζει αστάθεια.

Ιδιαίτερα στη λεβάντα, τα σημαντικά αποθέματα προηγούμενων ετών συνεχίζουν να πιέζουν τις τιμές, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για τους παραγωγούς. Η κατάσταση αυτή αντανακλάται άμεσα και στην παραγωγική δραστηριότητα, με περιορισμένη διάθεση για επέκταση των καλλιεργειών.

Λεβάντα: Σε κρίση με χαμηλές τιμές και ακαλλιέργητες εκτάσεις

Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που μεταφέρει ο Χαράλαμπος Βλάχος, παραγωγός αρωματικών φυτών από την περιοχή της Λιβαδειάς. Όπως επισημαίνει, σημαντικές εκτάσεις παραμένουν ακαλλιέργητες, καθώς οι χαμηλές τιμές δεν επιτρέπουν βιώσιμη παραγωγή. «Η τιμή του αιθέριου ελαίου βιολογικής λεβάντας διαμορφώνεται περίπου στα 50 ευρώ το λίτρο, ενώ προϊόντα παλαιότερων αποστάξεων διατίθενται ακόμη και κάτω από τα 30 ευρώ. Στα συμβατικά προϊόντα, οι τιμές έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα έως και 14 ευρώ το κιλό, τη στιγμή που οι στρεμματικές αποδόσεις κυμαίνονται μεταξύ 7 και 10 κιλών. Υπό αυτές τις συνθήκες, το περιθώριο κέρδους περιορίζεται δραστικά».

Παράλληλα, οι καιρικές συνθήκες δημιουργούν πρόσθετες προκλήσεις. Οι αυξημένες βροχοπτώσεις ενισχύουν την ανάπτυξη των φυτών, αλλά ταυτόχρονα ευνοούν την εξάπλωση ζιζανίων, αυξάνοντας το κόστος καλλιέργειας.

Ρίγανη: Θεαματική άνοδος και οργανωμένη παραγωγή

Σε αντίθεση με τη λεβάντα, η ρίγανη καταγράφει έντονα ανοδική πορεία. Στην ευρύτερη περιοχή του Βελεστίνου, αλλά και συνολικά στη Θεσσαλία, παρατηρείται σημαντική αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Ο μεταποιητής αρωματικών φυτών, Χαράλαμπος Αραμπατζής, σημειώνει ότι «μέσα στην τρέχουσα καλλιεργητική περίοδο τα στρέμματα έχουν διπλασιαστεί, ξεπερνώντας τις 40.000. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη λειτουργία τεσσάρων μεταποιητικών μονάδων, οι οποίες έχουν αναπτύξει συμβολαιακές συνεργασίες με παραγωγούς, προσφέροντας μεγαλύτερη ασφάλεια στη διάθεση της παραγωγής».

Οι τιμές παραγωγού για τη ρίγανη κυμαίνονται περίπου στο 1,5 ευρώ το κιλό, ανάλογα με την ποιότητα και τους όρους συνεργασίας. Οι αποδόσεις φτάνουν, κατά μέσο όρο, τα 150 έως 300 κιλά ανά στρέμμα, με το 70% της παραγωγής να κατευθύνεται στην ξηρή δρόγη και το υπόλοιπο 30% στην παραγωγή αιθέριου ελαίου.

Τσάι του βουνού: Κερδίζει έδαφος

Θετικές προοπτικές παρουσιάζει και το τσάι του βουνού, το οποίο, μαζί με τη ρίγανη, συγκαταλέγεται στις καλλιέργειες με αυξανόμενο ενδιαφέρον. Η ζήτηση, τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά, παραμένει σταθερή, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των παραγωγών.

Συνολικά, ο κλάδος των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα εμφανίζει μια διττή εικόνα: Από τη μία πλευρά, καλλιέργειες όπως η ρίγανη και το τσάι του βουνού αναπτύσσονται δυναμικά, ενώ από την άλλη, η λεβάντα δοκιμάζεται από τις πιέσεις της αγοράς. Το επόμενο διάστημα αναμένεται καθοριστικό, καθώς η ισορροπία μεταξύ προσφοράς, ζήτησης και τιμών θα κρίνει τη βιωσιμότητα των καλλιεργειών.

Κρίσιμο ρόλο θα διαδραματίσουν η οργάνωση της παραγωγής, η ενίσχυση της μεταποίησης και η καλύτερη στόχευση των αγορών, ώστε ο κλάδος να αξιοποιήσει πλήρως τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: