Ανάλυση ΚΕΠΕ: Συγκυριακό το πλεόνασμα στο ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων

Αθεράπευτες παραμένουν οι περισσότερες από τις χρόνιες παθογένειες της εγχώριας αγροδιατροφικής αλυσίδας, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά αμφίβολη τη διατήρηση σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα του πλεονασματικού ισοζυγίου που εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ο κλάδος.

Όπως σημειώνει σε πρόσφατη ανάλυσή του το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και τροφίμων σημείωσαν πέρυσι άνοδο 9,5%, φτάνοντας στο νέο ιστορικό υψηλό των 10,85 δισ. ευρώ. Ανοδικά, αλλά με πολύ χαμηλότερο ρυθμό, που δεν ξεπέρασε το 1,8%, κινήθηκαν και οι εισαγωγές, οι οποίες διαμορφώθηκαν σε 10,39 δισ. ευρώ, με τον συνδυασμό να «δίνει» ένα πλεονασματικό ισοζύγιο της τάξης των 460 εκατ. ευρώ. Από τον συνδυασμό των δύο προκύπτει ότι το 2023 ήταν η τρίτη χρονιά εντός της τελευταίας τετραετίας που το εξωτερικό εμπόριο αγροδιατροφικών προϊόντων της χώρας μας «έγραψε» θετικό πρόσημο.

Σαφώς και πρόκειται για ένα διόλου ευκαταφρόνητο επίτευγμα, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη ότι το συνολικό εξωτερικό εμπόριο της χώρας μας την περασμένη χρονιά σημείωσε κάμψη, όπως και οι εξαγωγές, οι οποίες, εξαιρουμένων των αγροδιατροφικών προϊόντων και των πετρελαιοειδών, υποχώρησαν 1,6%. Αν μη τι άλλο, όπως σημειώνει το ΚΕΠΕ, οι επιδόσεις αυτές υπογραμμίζουν την ιδιαίτερη προσοχή της οποίας πρέπει να τύχει ο κλάδος, ούτως ώστε να συνεχίσει να είναι πλεονασματικός και να διευρύνει το πλεόνασμά του, σύμφωνα με τις δυνατότητες του πρωτογενούς τομέα και της βιομηχανίας τροφίμων.

Ο ρόλος του ελαιολάδου

Μια πιο προσεκτική ματιά, βέβαια, στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που επεξεργάστηκε το Κέντρο, φανερώνει ότι κομβικό ρόλο στην επανεμφάνιση του πλεονάσματος το 2023 διαδραμάτισε το ελαιόλαδο, το οποίο σχεδόν διπλασίασε –σε σχέση με το 2022– το «δικό» του πλεόνασμα στα 949 εκατ. ευρώ.

Με τη σειρά της, η εξέλιξη αυτή οφείλεται κατά το ήμισυ στην αύξηση των εξαγόμενων ποσοτήτων και κατά το υπόλοιπο ήμισυ στην άνοδο των τιμών του ελαιολάδου, λόγω της χαμηλής παγκόσμιας παραγωγής, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα η αξία των εξαγωγών ελαίων (σ.σ. ως επί το πλείστον ελαιολάδου) να αναρριχηθεί πέρυσι στο 1,437 δισ. ευρώ (έναντι 1,047 δισ. ευρώ το 2022, 745 εκατ. ευρώ το 2021 και 570 εκατ. ευρώ το 2020).

Φυσικά, η άνοδος των τιμών των εξαγόμενων ποσοτήτων είναι κάτι επιδιωκόμενο και επιθυμητό από όλους τους εμπλεκόμενους στον κλάδο, από τους παραγωγούς και τους μεταποιητές μέχρι τους εξαγωγείς. Αυτό που, ωστόσο, δεν κρίνεται θετικό, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, είναι ο συγκυριακός χαρακτήρας της ανόδου αυτής, η οποία εξαρτάται κατά κύριο λόγο από γεωπολιτικούς παράγοντες, πέρα από τον έλεγχο της εγχώριας παραγωγής αλυσίδας, η οποία μπορεί ΚΑΙ να εξανεμιστεί του χρόνου ή τα επόμενα έτη.

«Η αύξηση τιμής, που κρίνεται θετικά, είναι βιώσιμη και μπορεί να οδηγήσει σε συστηματική αύξηση της αξίας των εξαγωγών. Είναι αυτή που βασίζεται σε βελτιώσεις της μεταποιητικής αλυσίδας, αυτή η οποία είναι αποτέλεσμα αύξησης της προστιθέμενης αξίας του προϊόντος και η οποία αντανακλά αύξηση της ποιότητας των οργανοληπτικών χαρακτηριστικών μέσω σειράς ενεργειών που βελτιώνουν την τυποποίηση, την εμφιάλωση και, γενικά, την όλη αλυσίδα παραγωγής του ελαιολάδου. Αυτή η αξία χάνεται, όταν το προϊόν εξάγεται χύδην ως πρώτη ύλη», σχολιάζει χαρακτηριστικά το ΚΕΠΕ.

Παρόμοιους προβληματισμούς εκφράζει το Κέντρο για τα αλιεύματα (κυρίως προϊόντα υδατοκαλλιέργειας), καθώς και για το βαμβάκι, το οποίο ενώ ως πρώτη ύλη έχει, όπως σημειώνει, τη δυνατότητα να πετύχει υψηλές τιμές στην παγκόσμια αγορά, η αξία αυτή χάνεται λόγω σοβαρών ελλείψεων στη διαχείρισή του (τυποποίηση-ταξινόμηση) από την έλλειψη συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκομένων (παραγωγοί, εκκοκκιστές κ.λπ.).

«Τρέχουν» οι εξαγωγές γαλακτοκομικών

Εκτός από το ελαιόλαδο, βασικός «υπεύθυνος» για το πλεονασματικό ισοζύγιο των αγροδιατροφικών προϊόντων το 2023 ήταν για άλλη μια φορά τα οπωροκηπευτικά. Η «ατμομηχανή του ελληνικού αγροτικού τομέα», όπως αποκαλεί τον κλάδο το ΚΕΠΕ, εμφάνισε πέρυσι πλεόνασμα άνω των 2 δισ. ευρώ, δεδομένου ότι οι εξαγωγές του έφτασαν τα 3,226 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές ανήλθαν σε 1,184 δισ. ευρώ. Ειδική μνεία, όμως, πρέπει να γίνει στα γαλακτοκομικά τα οποία, αν και παραδοσιακά ελλειμματικά, «γύρισαν» σε πλεόνασμα ύψους 114 εκατ. ευρώ το 2023, αξιοποιώντας το εξαγωγικό μομέντουμ της τελευταίας –τουλάχιστον– τετραετίας. Μιλώντας με αριθμούς, οι ελληνικές εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων ανήλθαν πέρυσι σε 1,347 δισ. ευρώ έναντι 1,117 δισ. ευρώ το 2022, 920 εκατ. ευρώ το 2021 και 805 εκατ. ευρώ το 2020.

Τη λίστα των προϊόντων που προσέφεραν πλεόνασμα το 2023, αλλά και τα τρία προηγούμενα έτη στο εξωτερικό εμπόριο της χώρας συμπληρώνουν ο καπνός (εξαγωγές 929 εκατ. έναντι εισαγωγών 458 εκατ. ευρώ το 2023), το βαμβάκι (εξαγωγές 420 εκατ. και εισαγωγές 19 εκατ. ευρώ) και τα αλιεύματα (εξαγωγές 956 εκατ. και εισαγωγές 684 εκατ. ευρώ).

Αντίθετα, στους ελαιώδεις σπόρους το ισοζύγιο την τελευταία τετραετία είναι σταθερά ελλειμματικό και, μάλιστα, πέρυσι διευρύνθηκε στα 191 εκατ. ευρώ. Αυτό οφείλεται τόσο στη μείωση των εξαγωγών (114 εκατ. ευρώ το 2023 έναντι 137 εκατ. ευρώ το 2022) όσο και στην αύξηση των εισαγωγών (305 εκατ. ευρώ έναντι 302 εκατ. ευρώ).

Κρεοπαραγωγός κτηνοτροφία, ο μεγάλος ασθενής της αγροτικής οικονομίας

Αν για την ελαιοκομία και τη γαλακτοπαραγωγή τα στοιχεία που αφορούν το εμπορικό ισοζύγιο επιτρέπουν συγκρατημένη αισιοδοξία, δεν ισχύει το ίδιο για την κρεοπαραγωγό κτηνοτροφία που, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, παραμένει ο «ασθενής της ελληνικής γεωργίας», με εμπορικό έλλειμμα άνω του 1,5 δισ. ευρώ το 2023.

Η πλάστιγγα στον συγκεκριμένο κλάδο συνεχίζει να γέρνει συντριπτικά προς τη μεριά των εισαγωγών, η αξία των οποίων, λόγω των ενισχυμένων τιμών, αυξήθηκε πέρυσι κατά επιπλέον 11%, φτάνοντας τα 1,762 δισ. ευρώ. Στον αντίποδα, οι ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν ελαφρώς στα 237 εκατ. ευρώ από 241 εκατ. το 2022, παραμένοντας, πάντως, πάνω από τα 189 εκατ. του 2021 και τα 138 εκατ. του 2022. Αν τώρα στα νούμερα αυτά προστεθεί και το διαχρονικά υψηλό έλλειμμα στις ζωοτροφές, το οποίο άγγιξε τα 600 εκατ. ευρώ το 2023, διαπιστώνουμε ότι η επιβάρυνση στο συνολικό ισοζύγιο της αγροδιατροφής ξεπερνά τα 2 δισ. ευρώ, ποσό σχεδόν ίσο δηλαδή με το πλεόνασμα από τα οπωροκηπευτικά.

Φυσικά, η άνοδος των τιμών των εξαγόμενων ποσοτήτων είναι κάτι επιδιωκόμενο και επιθυμητό από όλους τους εμπλεκόμενους στον κλάδο, από τους παραγωγούς και τους μεταποιητές μέχρι τους εξαγωγείς

Σε αυτό το πλαίσιο, το ΚΕΠΕ προτείνει την αύξηση, μέσω των κατάλληλων πολιτικών, της παραγωγής για εγχώρια κατανάλωση –άρα και υποκατάσταση των εισαγωγών– ή και για υψηλής ποιότητας προϊόντα εξαγωγικού προσανατολισμού. Κάτι τέτοιο, όπως εκτιμά, θα εξυπηρετούσε και τον στόχο να καταστεί βιώσιμο το πλεόνασμα στο αγροδιατροφικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας, ώστε «να μην εξαρτάται από τις συγκυρίες καλής παραγωγής κάποιων προϊόντων είτε της πρόσκαιρης ανόδου των τιμών τους».

Σε αυτή την κατεύθυνση, βέβαια, όπως σημειώνεται στην ανάλυση, πρώτη προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των χρόνιων παθογενειών της παραγωγικής και μεταποιητικής αλυσίδας (όπως η έλλειψη συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των εμπλεκομένων ή η έλλειψη υποδομών και κινήτρων για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας), που σήμερα «υποσκάπτουν τη δυνατότητα του κλάδου να καταστεί βιώσιμα πλεονασματικός).

Αμετάβλητο, παρά τα δέκα χρόνια κρίσης, το παραγωγικό και εξαγωγικό μοντέλο της χώρας

Καμπανάκι για το παραγωγικό και εξαγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας χτυπάει το ΚΕΠΕ, καθώς, παρά τη δεκαετή κρίση που πέρασε η χώρα, «δεν έχει αλλάξει όσο θα έπρεπε, προκειμένου να μπορεί να αντιμετωπίσει μέλλοντες κινδύνους», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Το Κέντρο στέκεται, στην ανάλυσή του στο –συγκριτικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες– χαμηλό επίπεδο εξαγωγών, αλλά και στον εξίσου χαμηλό ρυθμό αύξησης αυτών», φαινόμενο «αρκετά ανησυχητικό, το οποίο θα πρέπει να βρεθεί ψηλά στην πολιτική ατζέντα των ελληνικών κυβερνήσεων, εάν θέλουμε να θωρακίσουμε την ελληνική οικονομία από μελλοντικές κρίσεις». Αποτέλεσμα των πολύ χαμηλών –σε σχέση με τις εισαγωγές– εξαγωγών είναι, σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, ότι το έλλειμμα είναι πολύ μεγάλο, κάτι που σημαίνει ότι ακόμα και μεγάλες αυξήσεις των εξαγωγών δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το έλλειμμα έστω και μικρών αυξήσεων των εισαγωγών.

Αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή και τα αγροδιατροφικά προϊόντα, οι εξαγωγές των υπόλοιπων αγαθών το 2023 παρουσίασαν κάμψη 4,2%, γεγονός που, σε συνδυασμό με τη μείωση 1,6% των εισαγωγών, οδήγησε σε διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος κατά 1%. Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, ωστόσο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι η μικρή αυτή διεύρυνση του ελλείμματος του εμπορίου των υπόλοιπων αγαθών (βιομηχανικών), αλλά η σημαντική επιβράδυνση των εξαγωγών.

Επικαλούμενο στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, το Κέντρο υπογραμμίζει ότι είμαστε τελευταίοι στις κατά κεφαλήν εξαγωγές μεταξύ ευρωπαϊκών κρατών με παρόμοιο ή και μικρότερο πληθυσμό από εμάς, όπως η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Τσεχία, το Ισραήλ, η Αυστρία, η Ελβετία και η Ουγγαρία. Επίσης, όπως σημειώνει, χώρες που πέρασαν παρόμοια οικονομική κρίση με την Ελλάδα, όπως για παράδειγμα η Πορτογαλία, έχουν αυξήσει τις εξαγωγές τους σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι το έχει πράξει η ελληνική οικονομία.

Επιπλέον, οι άμεσες ξένες επενδύσεις, οι οποίες αποτελούν πηγή παραγωγικών επιχειρήσεων, έχουν μεν σημειώσει άνοδο, αλλά παραμένουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα για να μπορέσουν να δώσουν ώθηση στην παραγωγή και στην εξαγωγή αγαθών. Εκτός αυτού, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, σημαντικό μέρος των επενδύσεων αυτών κατευθύνεται σε μη αυστηρά παραγωγικούς κλάδους όπως η αγορά ακινήτων ή οι τουριστικές επιχειρήσεις. Εκεί που χρειάζεται η ελληνική οικονομία άμεσες ξένες επενδύσεις είναι ο πρωτογενής και, ιδιαίτερα, ο δευτερογενής (σ.σ. βιομηχανία) τομέας, ο οποίος και παραμένει ο μεγάλος ασθενής της ελληνικής οικονομίας, καταλήγει το ΚΕΠΕ.