Άτλας FiBL: Σταθερές εκτάσεις και ισχυρή ανάκαμψη της αγοράς διεθνώς

Σταθερότητα στην παραγωγική βάση, αλλά σαφή σημάδια ανάκαμψης στη ζήτηση και το εμπόριο καταγράφει ο τομέας των βιολογικών προϊόντων διεθνώς, σύμφωνα με τον Άτλαντα Βιολογικών 2026 του FIBL (στοιχεία 2024), που παρουσιάστηκε στη φετινή BIOFACH στη Νυρεμβέργη.
Την ώρα που οι καλλιεργούμενες εκτάσεις παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες, η αγορά επανέρχεται σε τροχιά ανάπτυξης, δημιουργώντας νέα δεδομένα – αλλά και ερωτήματα – για την επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων έως το 2030. Σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, η ΕΕ καλείται να επιταχύνει αν θέλει να πετύχει τον στόχο του 25% βιολογικών εκτάσεων έως το 2030. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα εμφανίζεται κοντά στον στόχο σε επίπεδο εκτάσεων, αλλά με εμφανή υστέρηση στη ζήτηση, όπως αναδεικνύουν τα στοιχεία.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι βιολογικές εκτάσεις –μαζί με εκείνες υπό μετατροπή– ανήλθαν σε περίπου 99 εκατ. εκτάρια, παραμένοντας ουσιαστικά αμετάβλητες. Αντίθετα, το λιανεμπόριο κατέγραψε νέο ιστορικό υψηλό, προσεγγίζοντας τα 145 δισ. ευρώ, με τις ΗΠΑ (60,4 δισ. ευρώ) και την EE (49,5 δισ. ευρώ) να κυριαρχούν.
Την ίδια ώρα, το διεθνές εμπόριο ενισχύεται δυναμικά. Οι εισαγωγές βιολογικών προϊόντων σε ΕΕ και ΗΠΑ αυξήθηκαν κατά 12,3%, φτάνοντας τους 5,9 εκατ. τόνους. Κύριοι προμηθευτές αναδείχθηκαν το Μεξικό, ο Ισημερινός και ο Καναδάς, ενώ τα βασικά προϊόντα εισαγωγής παραμένουν οι μπανάνες, οι ελαιούχες πίτες και η ζάχαρη.
Ευρώπη: Σταθερότητα στις εκτάσεις, ανάκαμψη της αγοράς
Στην Ευρώπη, ο τομέας εισέρχεται σε φάση σταθεροποίησης. Οι βιολογικές εκτάσεις διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, αλλά με επιβραδυνόμενο ρυθμό ανάπτυξης. Tο 2024 μειώθηκαν οριακά κατά 0,5% σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ στην ΕΕ η αύξηση περιορίστηκε στο 0,7%.
Συνολικά, 19,6 εκατ. εκτάρια καλλιεργούνταν βιολογικά στην Ευρώπη, εκ των οποίων τα 18,1 εκατ. στην ΕΕ, που αντιστοιχούν στο 11,1% της αγροτικής γης. Παρά την πρόοδο, ο στόχος για 25% έως το 2030 απομακρύνεται, εάν δεν ενισχυθούν οι πολιτικές στήριξης.
Αντίθετα, η αγορά εμφανίζει σαφή σημάδια ανάκαμψης. Το λιανεμπόριο στην Ευρώπη έφτασε τα 58,7 δισ. ευρώ (+4,1%) και στην ΕΕ τα 49,5 δισ. ευρώ (+3,9%), με τη Γερμανία και τη Γαλλία να παραμένουν οι μεγαλύτερες αγορές. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση διαμορφώθηκε στα 110 ευρώ στην ΕΕ, με χώρες όπως η Ελβετία, η Δανία και η Αυστρία να ξεχωρίζουν.
Παράλληλα, οι εισαγωγές στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 6,3%, φτάνοντας τους 2,6 εκατ. τόνους, αντανακλώντας την ενίσχυση της ζήτησης. Τα τροπικά φρούτα, τα δημητριακά και τα ελαιούχα κυριαρχούν, ενώ σημαντική παραμένει και η θέση του ελαιολάδου.
Ελλάδα: Ισχυρή θέση στις εκτάσεις, αδύναμη εγχώρια αγορά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα παρουσιάζει ισχυρές επιδόσεις στην παραγωγή, αλλά υστερεί στην κατανάλωση. Οι βιολογικές εκτάσεις ανήλθαν σε 1,14 εκατ. εκτάρια το 2024, καλύπτοντας το 21,7% της γεωργικής γης, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στην 6η θέση στην Ευρώπη και κοντά στον στόχο του 25%.
Ωστόσο, η ανάπτυξη εμφανίζεται στάσιμη, ενώ σημαντικό μέρος των εκτάσεων βρίσκεται ακόμη σε μεταβατικό στάδιο. Ισχυρή είναι η παρουσία των βοσκοτόπων και των αροτραίων καλλιεργειών, ενώ ιδιαίτερη δυναμική εμφανίζουν οι ελαιώνες.
Η Ελλάδα καταγράφει επίσης υψηλό αριθμό παραγωγών (58.691), καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στην Ευρώπη, ενώ διατηρεί εξαγωγική δραστηριότητα, με 15.822 τόνους να κατευθύνονται προς τις ΗΠΑ.
Παρά τα θετικά αυτά στοιχεία, η εγχώρια αγορά παραμένει περιορισμένη. Το λιανεμπόριο διαμορφώθηκε μόλις στα 60 εκατ. ευρώ, με την κατά κεφαλήν κατανάλωση να ανέρχεται σε μόλις 6 ευρώ – από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η εικόνα που προκύπτει διεθνώς στον τομέα είναι αυτή μιας αγοράς που ανακάμπτει, αλλά με καθυστέρηση στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης. Οι εξελίξεις στις εκτάσεις αντανακλούν συνθήκες προηγούμενων ετών, γεγονός που αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον, εφόσον διατηρηθεί η ανοδική πορεία της ζήτησης. Ωστόσο, η επίτευξη των στόχων σε ευρωπαϊκό επίπεδο προϋποθέτει σταθερή πολιτική στήριξη, αποτελεσματική εφαρμογή της ΚΑΠ και ενίσχυση της αγοράς, όπως σημειώνεται.









