Βιολογικά: Έως και διπλάσια τα κέρδη σε σιτηρά και ελαιούχους σε σχέση με τις συμβατικές καλλιέργειες

Υψηλότερα καθαρά έσοδα ανά στρέμμα αναφέρουν οι παραγωγοί των ΗΠΑ που έχουν μετατρέψει την καλλιέργεια δημητριακών τους από συμβατική σε βιολογική, λόγω της συνεχόμενης αύξησης που καταγράφει η ζήτηση για πιστοποιημένα βιολογικά δημητριακά. Αυτό κατέδειξε πρόσφατη μελέτη του Κέντρου για το Γεωργικό Εμπόριο του Πανεπιστημίου Perdue των ΗΠΑ.

Η μελέτη επιχειρεί να συγκρίνει τις μακροπρόθεσμες καθαρές αποδόσεις στο στρέμμα μεταξύ της εναλλαγής συμβατικών καλλιεργειών καλαμποκιού/σόγιας και καλαμποκιού/σόγιας/σίτου και της αντίστοιχης βιολογικής καλαμποκιού/σόγιας και σιταριού, αναπτύσσοντας έτσι τους επιχειρησιακούς προϋπολογισμούς σε διάστημα δεκαετίας για κάθε σύστημα καλλιέργειας, ώστε να μπορούν να καταγραφούν τις καθαρές αποδόσεις των ετών μετάβασης αλλά και βιολογικής παραγωγής. Μέσα από αυτήν, οι ερευνητές εντόπισαν κενό ενημέρωσης αναφορικά με τη σχετική κερδοφορία μεταξύ βιολογικών και συμβατικών καλλιεργειών.

Δύο φορές πάνω τα έσοδα

Η μελέτη προχώρησε στη σύγκριση των παραπάνω συστημάτων, συγκρίνοντας τιμές σπόρων, αποδόσεις καλλιεργειών, κρατικές ενισχύσεις, ασφαλιστικές αποζημιώσεις, καθώς και διάφορα έσοδα σε συμβατικές και βιολογικές καλλιέργειες, καταλήγοντας ότι τα ακαθάριστα έσοδα των βιολογικών ήταν υψηλότερα, με τη μεγαλύτερη διαφορά να εντοπίζεται στην καλλιέργεια καλαμποκιού. Τα καθαρά έσοδα στο σύστημα βιολογικής αμειψισποράς ανέρχονται σε περίπου 67 δολάρια/στρέμμα ή σχεδόν κατά 27,5 ή 30 δολάρια περισσότερο από εκείνα των συμβατικών συστημάτων αμειψισποράς καλαμποκιού/σόγιας και καλαμποκιού/σόγιας/σιταριού, στο σενάριο που μελετήθηκε.

Κατά τη σύγκριση των δύο τύπων καλλιέργειας, ελήφθη υπόψη ότι οι βιολογικές συχνά χρησιμοποιούν μεγαλύτερες ποσότητες κοπριάς, περισσότερο εξοπλισμό και επιβαρύνονται με κόστη εργασίας, ενώ έχουν πιο περιορισμένα κόστη για λιπάσματα, ζιζανιοκτόνα και εντομοκτόνα.

Οι πιστοποιημένοι βιολογικοί σπόροι τείνουν να λαμβάνουν υψηλότερες τιμές και να έχουν χαμηλότερες αποδόσεις, αναφέρουν οι μελετητές, κάνοντας χρήση των δεδομένων της βάσης FINBIN του Κέντρου Αγροτικής Οικονομικής Διαχείρισης του Πανεπιστημίου της Μινεσότα.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, για την περίοδο 2014-2018, οι τιμές βιολογικού καλαμποκιού και σόγιας ήταν πάνω από το διπλάσιο των αντίστοιχων συμβατικών, ενώ, σε ό,τι αφορά το βιολογικό σιτάρι, αυτές ήταν σχεδόν διπλάσιες από τη μέση τιμή του χειμερινού σιταριού. Οι αποδόσεις για τα βιολογικά καλαμπόκι, σόγια και σιτάρι, ήταν περίπου κατά 32%, 33% και 24% χαμηλότερες, αντίστοιχα. Με βάση τα ίδια δεδομένα, τα συνολικά έξοδα μίας βιολογικής παραγωγής σε σύγκριση με την αντίστοιχη συμβατική ήταν ελαφρώς υψηλότερα στο καλαμπόκι και κατά 30%-40% υψηλότερα στη σόγια και στο σιτάρι.

Μία ανάλυση αυτού του τύπου χρειάζεται αρκετές υποθέσεις, αναφέρουν οι μελετητές, ωστόσο καμία από αυτές δεν απέχει από τις κοινές παρατηρήσεις των αποτελεσμάτων έμπειρων και ανταγωνιστικών καλλιεργητών βιολογικών και των βιολογικών αγορών.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα των μελετητών, όπως δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Farmdoc Daily, οι παραγωγοί που σκέφτονται τη μετάβαση μέρους των στρεμμάτων τους σε μία πιστοποιημένη βιολογική καλλιέργεια, θα πρέπει να εξετάσουν πώς μεταφράζονται σε καθαρά έσοδα διαφορετικά σενάρια τιμών, αποδόσεων και κόστους.

Ακόμη, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι βιολογικές καλλιέργειες που κάνουν χρήση κοπριάς και πρακτικών οργώματος, ποικίλουν σημαντικά μεταξύ τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της βάσης δεδομένων FINBIN, υπάρχει σημαντική διαφορά στα καθαρά εισοδήματα επιχειρήσεων, μεταξύ των εκτάσεων που καλλιεργούνται βιολογικά και των αντίστοιχων συμβατικών τους, διαφορά που οφείλεται κυρίως στη δυσκολία διαχείρισης ενός τέτοιου συστήματος και την καμπύλη μάθησης που σχετίζεται με τη βιοκαλλιέργεια.