Εντός τριών ημερών από την ένταξη η πρώτη καταβολή για τα χρέη στην Εφορία

bank-notes-blur-cash
-Διαφήμιση-

Περί τα 4 εκατ. φορολογούμενους, μεταξύ αυτών και ουκ ολίγους αγρότες, αφορά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οικονομικού επιτελείου, η ρύθμιση οφειλών προς την Εφορία, η οποία θα «τρέξει» από τα μέσα Μαΐου (σ.σ. εκτός απροόπτου, από τις 14 του μήνα για τα φυσικά πρόσωπα και από τις 16 για τα νομικά), αλλά θα παραμείνει ανοιχτή για πολύ μικρότερο διάστημα σε σχέση με την αντίστοιχη για τα χρέη προς τα Ταμεία.

Ειδικότερα, η υπαγωγή θα είναι δυνατή μέχρι τις 28 Ιουνίου 2019, με αίτηση που θα υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω του taxisnet, ενώ θα μπορούν να ενταχθούν όλα τα χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα μέχρι τις 31/12/2018, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν ρυθμιστεί με τις πάγιες ρυθμίσεις των 12 ή των 24 δόσεων. Αποκλείονται, ωστόσο, οφειλές για τις οποίες έχει οριστικοποιηθεί η διαδικασία υπαγωγής στον εξώδικο συμβιβασμό ή στον νόμο Κατσέλη.

Χωρίς περιουσιακά κριτήρια

Απαραίτητη προϋπόθεση για την ένταξη είναι ο φορολογούμενος να έχει υποβάλει τις φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών, με τελευταίο το φορολογικό έτος 2017. Περιουσιακά κριτήρια δεν υπάρχουν, ωστόσο το εισόδημα του οφειλέτη παίζει ρόλο στον καθορισμό των δόσεων.

Η ρύθμιση είναι σαφώς πιο επωφελής για τα φυσικά πρόσωπα (ως τέτοια αντιμετωπίζονται και οι αγρότες), καθώς και τα νομικά πρόσωπα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, τα οποία μπορούν να ρυθμίσουν σε μέχρι και 120 δόσεις. Λιγότερο ευνοϊκές είναι οι διατάξεις για τα νομικά πρόσωπα κερδοσκοπικού χαρακτήρα (όπως επιχειρήσεις και συνεταιρισμοί) για τα οποία οι δόσεις δεν θα ξεπερνούν τις 30.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων για τα φυσικά πρόσωπα δεν μπορεί να είναι μικρότερος από 18, ενώ το μίνιμουμ ποσό καθεμιάς διαμορφώνεται στα 30 ευρώ. Η πρώτη δόση θα πρέπει να πληρωθεί μέσα σε τρεις εργάσιμες μέρες από την υποβολή της αίτησης και οι επόμενες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής.

Σε αντίθεση με το αντίστοιχο σχήμα για τα ασφαλιστικά ταμεία, εδώ δεν παρέχεται «κούρεμα» της αρχικής οφειλής, αλλά μόνο διαγραφή προσαυξήσεων, τόκων και προστίμων.

Συγκεκριμένα, με την ένταξη διαγράφεται το 10% των προσαυξήσεων, ενώ αν ο φορολογούμενος επιλέξει λιγότερες δόσεις από αυτές που δικαιούται και που του προτείνονται από τη φορολογική διοίκηση, κερδίζει ως «μπόνους» έξτρα έκπτωση στις προσαυξήσεις και τους τόκους, με το συνολικό ποσοστό της απαλλαγής να ξεκινά από το 15% και να φτάνει μέχρι και το 90% (βλ. πίνακα 1). Για όσους, δε, επιθυμούν και έχουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν εφάπαξ την οφειλή, παρέχεται πλήρης διαγραφή (έκπτωση 100%) τόκων, προστίμων και προσαυξήσεων.

Ποιοι γλυτώνουν το επιτόκιο 5%

Χρέη έως 3.000 ευρώ για οφειλέτες με ετήσιο εισόδημα έως 10.000 ευρώ ρυθμίζονται άτοκα, ενώ για τους υπόλοιπους οφειλέτες το ετήσιο επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5%, κάτι που σημαίνει ότι εμμέσως «προτρέπεται» ο φορολογούμενος να ρυθμίσει σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ενώ με επιπλέον 2% επιβαρύνεται η εκπρόθεσμη δόση.

Μέχρι 30 οι δόσεις για συνεταιρισμούς

Για τα νομικά πρόσωπα κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφαρμόζονται ουσιαστικά δύο «υπο-ρυθμίσεις» σε συνάρτηση με το είδος των χρεών. Ειδικότερα:

  • Για οφειλές από τακτική αιτία (π.χ. φόρος εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ κ.ά.) οι δόσεις θα είναι μέχρι 18.
  • Για οφειλές έκτακτου χαρακτήρα (π.χ. φόρος κληρονομίας) οι δόσεις θα είναι μέχρι 30.

Και για τα νομικά πρόσωπα ισχύει η πλήρης διαγραφή προσαυξήσεων, εφόσον η οφειλή πληρωθεί εφάπαξ.

Ποσοστό απομείωσης δόσεωνΑπαλλαγή προσαυξήσεων
20%15%
30%25%
40%35%
50%45%
60%55%
70%75%
80%85%
90%90%

 

Όσο λιγότερες οι δόσεις, τόσο μεγαλύτερη η έκπτωση στις προσαυξήσεις

Για τα εισοδήματα που ξεπερνούν τα 10.000 ευρώ (δηλωθέντα και όχι τεκμαρτά) μπαίνει σε εφαρμογή ένας προοδευτικός συντελεστής από τον οποίο προκύπτει το ελάχιστο ποσό εξόφλησης. Ο συντελεστής αυτός ξεκινά από το 4% για τα πρώτα 5.000 ευρώ πάνω από τα 10.000 ευρώ και αυξάνεται κλιμακωτά κατά 2% για κάθε επιπλέον 5.000 εισοδήματος, φτάνοντας μέχρι το 25% για εισοδήματα από 100.000 ευρώ και πάνω. Πιο αναλυτικά, ο συντελεστής κλιμακώνεται ως εξής:

  • 4% για εισόδημα από 10.000,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ
  • 6% από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%)
  • 8% από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ
  • 10% από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ
  • 12% από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ
  • 15% από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ
  • 20% από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ
  • 25% από 100.000,01 ευρώ και άνω

Ο παραπάνω συντελεστής μειώνεται κατά 1% ανάλογα με τον αριθμό των προστατευόμενων τέκνων του οφειλέτη. Ειδικότερα, κατά 1% για ένα τέκνο, κατά 2% για δύο τέκνα και κατά 3% για τρία τέκνα και άνω.

Το ελάχιστο ποσό ετήσιας εξόφλησης που προκύπτει από την εφαρμογή των παραπάνω συντελεστών διαιρείται με το 12, ώστε να προκύψει η μηνιαία δόση. Στη συνέχεια, το σύνολο της οφειλής διαιρείται με τη μηνιαία δόση, δίνοντας το πλήθος των δόσεων.

Πότε χάνεται η ρύθμιση

Η ρύθμιση χάνεται αν δεν καταβληθούν δύο συνεχόμενες δόσεις, όπως και στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν υποβάλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ καθ’ όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση.

Παραδείγματα

Σύμφωνα με σχετικά παραδείγματα που επεξεργάστηκε το υπουργείο Οικονομικών:

  1. Οφειλέτης με εισόδημα 10.000 ευρώ και 3.600 ευρώ χρέος, θα πληρώσει 30 ευρώ τον μήνα επί 120 μήνες.
  2. Οφειλέτης με εισόδημα 21.000 ευρώ και χρέος 30.000 ευρώ, θα έχει επίσης 120 δόσεις.
  3. Οφειλέτης με εισόδημα 51.000 ευρώ και 3.000 ευρώ χρέος θα έχει 18 δόσεις στη διάθεσή του.
  4. Οφειλέτης με εισόδημα 30.000 ευρώ και 6.000 ευρώ χρέος θα έχει 60 δόσεις να έχει ένα παιδί και 51 δόσεις, αν δεν έχει παιδιά.