Έως 13,7 εκατ. ευρώ ετησίως μπορεί να προσθέσει στην οικονομία της Λακωνίας ένα Ινστιτούτο Ελαιοκομίας

Η ίδρυση και λειτουργία ενός Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στη Λακωνία θα μπορούσε να ενισχύσει την τοπική οικονομία με έως και 13,7 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ οι θετικές επιδράσεις για το σύνολο της Περιφέρειας Πελοποννήσου εκτιμάται ότι μπορεί να φθάσουν τα 21,7 εκατ. ευρώ τον χρόνο, σύμφωνα με μελέτη του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ).
Η μελέτη, με τίτλο «Η συμβολή ενός Ινστιτούτου Ελαιοκομίας στην τοπική ανάπτυξη: Ποσοτική ανάλυση για την Περιφερειακή Ενότητα Λακωνίας και επέκταση της ανάλυσης στην Περιφέρεια Πελοποννήσου» που εκπονήθηκε από τον Δημήτρη Γιακούλα, εξετάζει τις οικονομικές και αναπτυξιακές επιδράσεις από τη δημιουργία ενός εξειδικευμένου ερευνητικού φορέα σε μία από τις σημαντικότερες ελαιοπαραγωγικές περιοχές της χώρας.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, ακόμη και στο συντηρητικό σενάριο, η λειτουργία του Ινστιτούτου εκτιμάται ότι θα μπορούσε να αυξήσει την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της Λακωνίας κατά 4,56 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ στο βασικό σενάριο η αύξηση υπολογίζεται σε περίπου 9,1 εκατ. ευρώ και στο αισιόδοξο σενάριο σε 13,67 εκατ. ευρώ ετησίως.
Σε επίπεδο Περιφέρειας Πελοποννήσου, η μελέτη εκτιμά ότι στο βασικό σενάριο η ετήσια αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας μπορεί να ανέλθει σε 21,74 εκατ. ευρώ, ως αποτέλεσμα της διάχυσης της τεχνογνωσίας και της ενίσχυσης της παραγωγικότητας στους τομείς της γεωργίας, της μεταποίησης τροφίμων και του τουρισμού.
Στην μελέτη επισημαίνεται ότι η Λακωνία διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα στον τομέα της ελαιοκομίας, με διεθνώς αναγνωρισμένη ποιότητα ελαιολάδου, ωστόσο αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως ο κατακερματισμός της παραγωγής, η περιορισμένη τυποποίηση και η ασθενής διασύνδεση της παραγωγής με την έρευνα και την καινοτομία.
Όπως αναφέρεται, ένα Ινστιτούτο Ελαιοκομίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φορέας μεταφοράς τεχνογνωσίας προς τους παραγωγούς και τις επιχειρήσεις, να ενισχύσει την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού ελαιολάδου, να συμβάλει στην ανάπτυξη του ελαιοτουρισμού και να ενδυναμώσει τη συνεργασία μεταξύ παραγωγικού και ερευνητικού τομέα.
Στην περίληψη αναφέρεται ότι, μέσω τριών σεναρίων, η μελέτη ποσοτικοποιεί τις άμεσες και έμμεσες επιδράσεις στους κλάδους της γεωργίας, της μεταποίησης τροφίμων και του τουρισμού, τόσο σε επίπεδο Λακωνίας όσο και για το σύνολο της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Παράλληλα, αναδεικνύει ποιοτικές και διαρθρωτικές επιδράσεις στην καινοτομία, την ποιότητα του προϊόντος και τη διεθνοποίηση και η μελέτη καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής για τη θεσμική θωράκιση του ινστιτούτου στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής περιφερειακής ανάπτυξης.








