Έρχεται ρύθμιση για το κληρονομικό ζήτημα της αγροτικής γης

Μια σημαντική παρέμβαση, που φιλοδοξεί να λύσει χρόνιες εκκρεμότητες στην αγορά αγροτικής γης, φέρνει το νέο σχέδιο νόμου με τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη», το οποίο βρισκόταν σε ανοιχτή διαβούλευση από την Αντιπροεδρία της Κυβέρνησης μέχρι τις 16 Μαρτίου. Στο επίκεντρο βρίσκεται το άρθρο 17, το οποίο εισάγει μια κρίσιμη εξαίρεση στη διαδικασία μεταβίβασης ακινήτων, που αποκτήθηκαν μέσω κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής.
Η ρύθμιση επιτρέπει πλέον τη σύνταξη και μεταγραφή συμβολαίων μεταβίβασης ακόμη και χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικού από τη Φορολογική Διοίκηση για την υποβολή δήλωσης φόρου κληρονομιάς. Προϋπόθεση είναι η δήλωση να κατατίθεται ταυτόχρονα με τη δήλωση φόρου μεταβίβασης και ο συμβολαιογράφος να παρακρατεί και να αποδίδει τον αναλογούντα φόρο από το τίμημα της αγοραπωλησίας.
Στην πράξη, η διάταξη αυτή αναμένεται να δώσει διέξοδο σε εκατοντάδες περιπτώσεις αγοραπωλησίας αγροτικής γης, που παραμένουν «παγωμένες», καθώς οι κληρονόμοι αδυνατούσαν να καταβάλουν τον φόρο, για να ολοκληρώσουν τη διαδικασία αποδοχής. Το αποτέλεσμα ήταν να καθυστερούν ή να ματαιώνονται επενδύσεις, πωλήσεις και αξιοποίηση εκτάσεων, με άμεσο αντίκτυπο στην αγροτική οικονομία.
Ο φαύλος κύκλος του πολυτεμαχισμού
Ωστόσο, η συγκεκριμένη νομοθετική παρέμβαση έρχεται να αντιμετωπίσει μόνο ένα μέρος ενός βαθύτερου και διαχρονικού προβλήματος: τον πολυτεμαχισμό της αγροτικής γης. Το ελληνικό κληρονομικό σύστημα, που βασίζεται στην ισότιμη κατανομή της περιουσίας μεταξύ των κληρονόμων, έχει οδηγήσει διαχρονικά στη δημιουργία μικρών και διάσπαρτων αγροτεμαχίων.
Αυτό το μοντέλο έχει πολλαπλές συνέπειες. Οι εκμεταλλεύσεις καθίστανται συχνά μη βιώσιμες, καθώς το μικρό μέγεθος και η γεωγραφική διασπορά αυξάνουν το κόστος παραγωγής και περιορίζουν τις οικονομίες κλίμακας. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη πολλών συνιδιοκτητών δυσχεραίνει τη λήψη αποφάσεων για επενδύσεις, όπως η εγκατάσταση σύγχρονων υποδομών ή η αλλαγή καλλιεργητικού προσανατολισμού.
Σε πολλές περιπτώσεις, η γη παραμένει αναξιοποίητη, καθώς οι ιδιοκτήτες δεν είναι ενεργοί αγρότες ή διαμένουν μακριά από τις εκμεταλλεύσεις τους. Παράλληλα, η πολυϊδιοκτησία δημιουργεί ένα σύνθετο πλέγμα νομικών και διοικητικών εμποδίων, που καθυστερούν τις μεταβιβάσεις και αυξάνουν το κόστος συναλλαγών. Αυτό εξάλλου φάνηκε και με το ζήτημα του ΑΤΑΚ σε σχέση με την εκμίσθωση αγροτεμαχίων, που δηλώνονται στο ΟΣΔΕ.
Ακόμη και όταν υπάρχει ενδιαφέρον για συγκέντρωση γης, η διαδικασία αποδεικνύεται δύσκολη. Οι συναισθηματικοί δεσμοί με την οικογενειακή περιουσία, σε συνδυασμό με τον μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών, λειτουργούν αποτρεπτικά για την επίτευξη συμφωνιών.
Τι κάνουν οι άλλες χώρες
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι ο πολυτεμαχισμός δεν είναι άλυτο πρόβλημα, αρκεί να υπάρξει συντονισμένη πολιτική παρέμβαση. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ειδικοί οργανισμοί διαχείρισης γης παρεμβαίνουν ενεργά στην αγορά, αγοράζοντας και αναδιανέμοντας εκτάσεις με στόχο τη δημιουργία βιώσιμων αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Στην Ολλανδία, εκτεταμένοι αναδασμοί και κεντρικός σχεδιασμός έχουν οδηγήσει σε υψηλής αποδοτικότητας γεωργία, ενώ στη Γερμανία εφαρμόζονται περιορισμοί στην κατάτμηση και πρακτικές μεταβίβασης της εκμετάλλευσης σε έναν κύριο διάδοχο.
Στην Ελλάδα, αντίστοιχες πολιτικές είτε εφαρμόστηκαν αποσπασματικά είτε έμειναν ημιτελείς. Οι αναδασμοί περιορίστηκαν κυρίως σε προηγούμενες δεκαετίες, χωρίς συνέχεια, ενώ η απουσία ενός οργανωμένου μηχανισμού διαχείρισης γης αφήνει την αγορά να λειτουργεί χωρίς κατεύθυνση.
Στο τραπέζι βρίσκονται διάφορες προτάσεις, όπως η δημιουργία «τράπεζας γης» για τη συγκέντρωση και αξιοποίηση ανενεργών εκτάσεων, η παροχή φορολογικών κινήτρων για συγχωνεύσεις αγροτεμαχίων, αλλά και η ενίσχυση των μισθώσεων ως πιο ευέλικτης μορφής πρόσβασης στη γη. Παράλληλα, αναπτύσσονται σενάρια για νέου τύπου συνεργατικά σχήματα, που θα επιτρέπουν την κοινή καλλιέργεια χωρίς αλλαγή ιδιοκτησίας.









