Έτοιμο για το επόμενο βήμα το μπλε μύρτιλο του Αμύνταιου

Σε ιδιόκτητο συσκευαστήριο επενδύει ο δημιουργός των ecoblueberries

-Διαφήμιση-

Ο Πέτρος Καριπίδης είναι αγρότης «πρώτης γενιάς», όπως λέει ο ίδιος χαμογελώντας. Δεν είχε δική του γη, δεν είχε προηγούμενη εμπειρία ούτε κάποιον να του μάθει τα… κόλπα.

Αυτό που διέθετε ήταν σπουδές στην πληροφορική και μεγάλη επιθυμία να ασχοληθεί με την αγροτική παραγωγή. Κι αν λάβουμε υπόψη ότι σήμερα καλλιεργεί βιολογικά μύρτιλα με την ονομασία ecoBlueberries, έξω από το Αμύνταιο, εξάγει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του και ετοιμάζεται για την κατασκευή συσκευαστηρίου εφόσον εγκριθεί η σχετική πρόταση που έχει καταθέσει για ένταξη στο πρόγραμμα Leader, θα λέγαμε ότι μάλλον τα κατάφερε.

Από την πληροφορική στη γη

Σπούδασε πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου συναντήθηκε, όπως λέει στην «ΥΧ», σχεδόν τυχαία με την πρωτογενή παραγωγή. «Ήταν το 2008 και έπρεπε, με ακόμα δύο συμφοιτητές μου, να φτιάξουμε στο πλαίσιο ενός μαθήματος ένα επιχειρηματικό σχέδιο, ένα business plan. Εκείνη την εποχή όλοι έφτιαχναν σχέδια για την τρούφα, οπότε εμείς είπαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Οι συμφοιτητές μου πρότειναν το μύρτιλο και εγώ δέχτηκα». Κάπως έτσι, με πολύ διάβασμα και δουλειά «χτίστηκε» ένα πρώτο σχέδιο για το πώς μπορεί να φτιάξει και να λειτουργήσει κανείς ένα κτήμα όπου θα καλλιεργείται μύρτιλο.

Έναν χρόνο μετά, έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στη Σουηδία, όπου πολύ σύντομα βρήκε και δουλειά. «Όμως, στο μυαλό μου υπήρχε πάντα εκείνο το σχέδιο. Ήθελα να ασχοληθώ με τον πρωτογενή τομέα, γιατί θεωρούσα ότι από εκεί μπορείς να πας παντού», θυμάται.

Άρχισε λοιπόν να μαζεύει κάποια χρήματα και, παράλληλα, να προχωρά στις πρώτες φυτεύσεις: «Το 2011 ξεκίνησα με πέντε στρέμματα νοικιασμένα. Κατά κύριο λόγο, τα πρόσεχε και τα φρόντιζε ο πατέρας μου, αλλά στις φυτεύσεις και στα κλαδέματα ερχόμουν και εγώ από τη Σουηδία», εξηγεί.

Μαθαίνοντας από τις δυσκολίες

Δύο χρόνια αργότερα, το 2013, παραιτήθηκε από τη δουλειά του στη Σουηδία και επέστρεψε στην Ελλάδα για να γίνει αγρότης και μεταποιητής. «Τότε δεν μπορούσα να ξέρω αν τα πράγματα θα εξελιχθούν καλά, ήμουν όμως αποφασισμένος», τονίζει και δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι «στην αρχή έκανα πολλά λάθη».

Το πρώτο, όπως λέει, ήταν να ενταχθεί σε έναν συνεταιρισμό καλλιεργητών υπερτροφών, όπου έδωσε την πρώτη του παραγωγή το 2014. «Τελικά, δεν πληρώθηκα ποτέ, ενώ έχασα και τα χρήματα από τα μερίδια που είχα αγοράσει στον συνεταιρισμό», διηγείται.

Η επόμενη χρονιά ήταν το δύσκολο 2015. «Βγάλαμε παραγωγή, ήμασταν έτοιμοι να την πουλήσουμε και ξαφνικά επιβλήθηκαν τα capital controls και πάγωσαν τα πάντα. Η παραγωγή έμεινε στα ψυγεία και όλο το προϊόν έγινε τελικά κατεψυγμένο».

Κάνει μια μικρή παύση και συμπληρώνει: «Απ’ όλο αυτό, όμως, έμαθα κάτι νέο. Καθώς όλη μου η παραγωγή πήγε στον καταψύκτη, έπρεπε να κάνω κάτι, οπότε έφτιαξα μαρμελάδες και χυμούς με οικοτεχνικό εξοπλισμό. Ήταν το πρώτο μου ουσιαστικό βήμα στη μεταποίηση, έστω κι αν ήταν αναγκαστικό».

Μένει εκτός αντιχαλαζικής προστασίας από τον ΕΛΓΑ

Ένα μεγάλο πρόβλημα για τον συνομιλητή μας, αλλά και όσους δραστηριοποιούνται στο ίδιο προΪόν είναι ότι τα πουλιά… αγαπούν πολύ τα μύρτιλα. «Και αν δεν εμφανιστούν τα πρώτα χρόνια, σίγουρα θα έρθουν μετά. Μπορούν να καταστρέψουν περισσότερο από τη μισή παραγωγή», αναφέρει ο κ. Καριπίδης, προσθέτοντας: «Η μόνη λύση είναι να χρησιμοποιείς δίχτυ, η εγκατάσταση του οποίου όμως και πάλι κοστίζει. Επιπλέον, τα μύρτιλα είναι η μόνη καλλιέργεια που ο ΕΛΓΑ δεν δίνει χρήματα για αντιχαλαζική προστασία». Όταν του επισημαίνουμε ότι δίνει αποζημίωση, απαντά: «Για κάποιον κάνει μία εμπορική καλλιέργεια το θέμα δεν είναι να αποζημιωθεί, αλλά να έχει καρπό να πουλήσει. Μιλάμε για μια υψηλού κόστους και παράλληλα μεγάλης αξίας παραγωγή».

Ο ίδιος επέλεξε να καλλιεργήσει βιολογικά για να ξεχωρίσει σε σχέση με τον ανταγωνισμό. Το 80% της παραγωγής φεύγει πλέον φρέσκο για το εξωτερικό, κυρίως Ευρώπη, αλλά και Ασία. «Στο εξωτερικό υπάρχει μεγάλη ζήτηση, που δεν μπορούμε να την καλύψουμε με την υπάρχουσα παραγωγή και έτσι σκεφτόμαστε να φυτέψουμε και άλλα στρέμματα, αλλά και να συνεργαστούμε με άλλους παραγωγούς», λέει ο κ. Καριπίδης, που ελπίζει ότι θα πάρει έγκριση για τη δημιουργία
συσκευαστηρίου.

Εξακολουθεί βέβαια να διαθέτει τα προϊόντα του μέσω της ιστοσελίδας του στην οποία, όπως σημειώνει, υπάρχει μεγάλη κινητικότητα.

«Όποιος ψάχνει εύκολο χρήμα, καλύτερα να ψάξει αλλού»

Το 2019 βρίσκει τον κ. Καριπίδη με 19 στρέμματα μύρτιλα, που καλλιεργούνται βιολογικά, εκ των οποίων το 70% με πλήρη πλέον παραγωγική δυνατότητα. Παράλληλα, έχει καρύδια και αμύγδαλα, ενώ έχει φυτέψει σμέουρα, που θα δώσουν παραγωγή του χρόνου και βατόμουρα, που ήδη δίνουν καρπό. «Πλέον το εγχείρημα είναι αυτοχρηματοδοτούμενο, όμως πρόκειται για μια ακριβή καλλιέργεια που χρειάζεται δουλειά και νερό», υπογραμμίζει ο κ. Καριπίδης, διαλύοντας τους όποιους μύθους μιλούν για εύκολα χρήματα. «Την πρώτη χρονιά για φυτεύσεις και λιπάνσεις χρειάστηκαν περίπου 25.000-30.000 ευρώ. Όποιος θέλει να ξεκινήσει, πρέπει να γνωρίζει ότι θα δώσει 2.500-3.000 το στρέμμα για να φυτέψει περίπου 350-400 φυτά, ενώ πλήρη παραγωγή θα έχει μετά από τρία χρόνια», σημειώνει. Όπως εξηγεί επίσης, τα μύρτιλα είναι πολύ απαιτητικά. «Είναι εντατική καλλιέργεια, που θέλει φροντίδα. Η συλλογή γίνεται με τα χέρια, όπως και η λίπανση. Ένας εργάτης μπορεί να μαζέψει 30-40 κιλά την ημέρα, αν είναι έμπειρος, ενώ π.χ. στο ροδάκινο μπορεί να μαζέψει έναν τόνο. Καταλαβαίνετε πόσο συμβάλλουν τα εργατικά στο κόστος. Παράλληλα, πρέπει κάποιος να υπολογίζει για ράντισμα και λίπανση 250-300 ευρώ το στρέμμα, ενώ πότισμα χρειάζεται σχεδόν κάθε μέρα», αναφέρει.

-Διαφήμιση-