EUROSTAT: Στα 24,7 δις. ευρώ το πλεόνασμα στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων της ΕΕ

Ψαλιδίζουν το θετικό πρόσημο οι αυξημένες εισαγωγές
04/06/2026
10' διάβασμα
eurostat-sta-247-dis-evro-to-pleonasma-sto-eborio-agrotikon-proionton-tis-ee-379969
Cargo ship with containers. Flag of European union. Sea import from EU. Cargo ship with European alliance flag. Transportation on EU sea vessel. Container ship for importing goods. Ocean logistics eu

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί ισχυρή θέση στο παγκόσμιο εμπόριο αγροτικών προϊόντων, ωστόσο, οι αυξημένες εισαγωγές, οι εμπορικοί δασμοί και οι μεταβολές στις διεθνείς αγορές διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο για τον ευρωπαϊκό αγροδιατροφικό τομέα. Με την Κοινότητα να εξακολουθεί ως ένας από τους ισχυρότερους παίκτες στο παγκόσμιο αγροδιατροφικό εμπόριο, η ΕΕ διατηρεί σημαντικό εμπορικό πλεόνασμα και υψηλές εξαγωγικές επιδόσεις, όμως όπως φαίνεται από τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat για το 2025 οι πιέσεις των εισαγωγών δεν είναι πια αμελητέες.

Πάντως τα νεότερα στοιχεία αποτυπώνουν έναν κλάδο που παραμένει ανθεκτικός για ακόμη μία χρονιά, αλλά ταυτόχρονα καλείται να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις από την αύξηση των εισαγωγών, τις γεωπολιτικές αναταράξεις, τους εμπορικούς δασμούς αλλά και τις μεταβολές στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2025 η αξία των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων της ΕΕ προς τρίτες χώρες ανήλθε στα 238 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές έφτασαν τα 213 δισ. ευρώ. Το εμπορικό ισοζύγιο παρέμεινε θετικό, με πλεόνασμα περίπου 25 δισ. ευρώ (24,7 δισ. ευρώ), επιβεβαιώνοντας ότι η ευρωπαϊκή αγροδιατροφική παραγωγή εξακολουθεί να διαθέτει υψηλή ανταγωνιστικότητα διεθνώς.

Ωστόσο, πίσω από τη θετική συνολική εικόνα, τα δεδομένα καταγράφουν μια αξιοσημείωτη μεταβολή καθώς οι εισαγωγές αυξήθηκαν με πολύ ταχύτερο ρυθμό από τις εξαγωγές. Σε σχέση με το 2024, οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 1,6%, ενώ οι εισαγωγές σημείωσαν άνοδο 9,3%. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο την αυξημένη ζήτηση πρώτων υλών και τροφίμων όσο και τις πιέσεις που δέχεται η ευρωπαϊκή παραγωγή από το αυξημένο κόστος και τις κλιματικές μεταβολές.

Σε μακροπρόθεσμη βάση, πάντως, το ευρωπαϊκό αγροδιατροφικό εμπόριο συνεχίζει να αναπτύσσεται δυναμικά. Από το 2015 έως το 2025, οι εξαγωγές αυξάνονταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,4%, ενώ οι εισαγωγές κατέγραφαν μέση ετήσια αύξηση, της τάξης του 5%. 

Σημαντικότερος «πελάτης» παραμένει το Ηνωμένο Βασίλειο

Παρά το Brexit, το Ην. Βασίλειο παραμένει ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ στον αγροδιατροφικό τομέα. Το 2025 απορρόφησε το 23,3% των ευρωπαϊκών εξαγωγών αγροτικών προϊόντων, συνολικής αξίας 55,6 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, αποτέλεσε τη δεύτερη σημαντικότερη χώρα προέλευσης εισαγωγών για την ΕΕ, με μερίδιο 8% και αξία 17,1 δισ. ευρώ. Οι ΗΠΑ διατήρησαν τη δεύτερη θέση ως προορισμός ευρωπαϊκών εξαγωγών, με αξία 28,5 δισ. ευρώ, αν και η επιβολή δασμών σε ορισμένα αγροτικά προϊόντα οδήγησε σε μείωση του μεριδίου τους κατά περίπου 0,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Ακολουθούν οι Ελβετία και Κίνα, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν στρατηγικές αγορές για τα ευρωπαϊκά τρόφιμα και ποτά υψηλής προστιθέμενης αξίας.

Στις εισαγωγές, η Βραζιλία διατήρησε την πρώτη θέση, καλύπτοντας το 8,5% των συνολικών εισαγωγών της ΕΕ σε αγροτικά προϊόντα. Η ισχυρή παρουσία της Βραζιλίας συνδέεται κυρίως με προϊόντα φυτικής παραγωγής, ζωοτροφές και πρώτες ύλες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η μείωση του μεριδίου της Ουκρανίας στις εισαγωγές της ΕΕ, από 6,7% το 2024 σε 5% το 2025. Η εξέλιξη αποδίδεται στη λήξη των ειδικών μέτρων εμπορικής διευκόλυνσης που είχαν εφαρμοστεί τα προηγούμενα χρόνια λόγω του πολέμου.

Με ηπιότερους ρυθμούς η αύξηση των όγκων

Σε επίπεδο ποσοτήτων, η ΕΕ εξήγαγε το 2025 περίπου 131 εκατ. τόνους αγροτικών προϊόντων και εισήγαγε 154 εκατ. τόνους. Παρότι η αξία του εμπορίου αυξάνεται σταθερά, ο συνολικός όγκος καταγράφει ηπιότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Την περίοδο 2015-2025, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του συνολικού όγκου εμπορίου ήταν μόλις 0,9%. Οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,8% ετησίως, ενώ οι εξαγωγές εμφάνισαν οριακή μείωση κατά 0,1%.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αύξηση της αξίας του εμπορίου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις ανατιμήσεις και στη μετατόπιση προς προϊόντα υψηλότερης αξίας και όχι απαραίτητα σε μεγαλύτερες ποσότητες προϊόντων.

Παρά τον περιορισμό, διαρκές το ευρωπαϊκό πλεόνασμα στα ζωικά προϊόντα

Ο τομέας των ζωικών προϊόντων παραμένει ένας από τους πιο ισχυρούς εξαγωγικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής αγροδιατροφής. Κατά την περίοδο 2015-2025, η αξία των εξαγωγών ήταν σταθερά υψηλότερη από εκείνη των εισαγωγών, δημιουργώντας διαρκές εμπορικό πλεόνασμα.

Το 2025, οι εξαγωγές ζωικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 3,1%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν με ταχύτερο ρυθμό, κατά 10,3%. Ως αποτέλεσμα, το πλεόνασμα περιορίστηκε στα 9,7 δισ. ευρώ από 11,8 δισ. ευρώ το 2024.

Τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της κατηγορίας ήταν τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αυγά και το μέλι, προϊόντα που αντιστοιχούσαν στο 42% των εξαγωγών ζωικών προϊόντων. Ακολουθούν το κρέας και τα βρώσιμα παραπροϊόντα κρέατος, με μερίδιο 36%. Και στην κατηγορία, το Ην. Βασίλειο αποτέλεσε τον βασικό προορισμό των εξαγωγών ζωικών προϊόντων της ΕΕ, ενώ η Νορβηγία παραμένει ο σημαντικότερος προμηθευτής ζωικών προϊόντων προς την ΕΕ, κυρίως χάρη στις μεγάλες εξαγωγές αλιευμάτων και προϊόντων θαλάσσιας προέλευσης.

Διογκώνεται το έλλειμμα στα φυτικά προϊόντα

Σε αντίθεση με τα ζωικά προϊόντα, τα φυτικά προϊόντα αποτελούν τη μεγαλύτερη «αδυναμία» του ευρωπαϊκού αγροδιατροφικού εμπορίου.

Η αξία των εισαγωγών φυτικών προϊόντων υπερβαίνει διαχρονικά εκείνη των εξαγωγών, οδηγώντας σε αυξανόμενο εμπορικό έλλειμμα. Το 2025 το έλλειμμα έφτασε τα 38,8 δισ. ευρώ, έναντι 31,6 δισ. ευρώ το 2024.

Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 1,9%, όμως, οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 10,6%, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη εξάρτηση της ΕΕ από εισαγόμενες πρώτες ύλες φυτικής παραγωγής. Κυρίαρχο εξαγώγιμο προϊόν ήταν τα σιτηρά, με αξία περίπου 9 δισ. ευρώ, ενώ στις εισαγωγές κυριάρχησαν τα φρούτα και οι ξηροί καρποί, με αξία 28 δισ. ευρώ. Η Βραζιλία παρέμεινε ο σημαντικότερος προμηθευτής φυτικών προϊόντων της ΕΕ, ενώ το Ην. Βασίλειο ήταν η βασική αγορά προορισμού των ευρωπαϊκών εξαγωγών.

Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει την εξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς από διεθνείς προμηθευτές σε καίριους τομείς, όπως οι ζωοτροφές, τα τροπικά προϊόντα και οι πρώτες ύλες για τη βιομηχανία τροφίμων.

Υπό την πίεση των εισαγωγών τα λίπη και έλαια

Ο τομέας των λιπών και ελαίων συνέχισε να παρουσιάζει εμπορικό έλλειμμα και το 2025, με τις εξαγωγές να περιορίζονται στα 10 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές έφτασαν τα 16 δισ. ευρώ. Ανησυχία προκαλεί η πτώση των εξαγωγών κατά 11,2%, τη στιγμή που οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 4,5%. Σημαντικότερο προορισμό για τις εξαγωγές της ΕΕ στην κατηγορία αποτέλεσαν οι ΗΠΑ, ενώ η Ουκρανία παρέμεινε η βασική χώρα προέλευσης εισαγωγών. Η κατηγορία αυτή θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητη στις γεωπολιτικές εξελίξεις, καθώς συνδέεται άμεσα με την αγορά ηλιέλαιου, φυτικών ελαίων και βιομηχανικών πρώτων υλών.

Ο ευρωπαϊκός «άσος» των τροφίμων και ποτών

Ο πιο ισχυρός τομέας του ευρωπαϊκού αγροδιατροφικού εμπορίου παραμένει η κατηγορία που περιλαμβάνει τα τρόφιμα, τα ποτά αλλά και τον καπνό. Το 2025, οι εξαγωγές της κατηγορίας ανήλθαν στα 136 δισ. ευρώ, έναντι των εισαγωγών στα 76 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα ισχυρό εμπορικό πλεόνασμα 60 δισ. ευρώ. Παρόλα αυτά, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,3%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8,5%, εξέλιξη, όμως, που δεν ανατρέπει την Ευρωπαϊκή κυριαρχία διεθνώς στα επώνυμα και υψηλής ποιότητας τρόφιμα.

Τα ποτά, τα αλκοολούχα και το ξίδι αποτελούν το σημαντικότερο εξαγώγιμο κεφάλαιο της κατηγορίας, με αξία 36 δισ. ευρώ. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ταυτόχρονα ο μεγαλύτερος πελάτης αλλά και ο μεγαλύτερος προμηθευτής της ΕΕ στον τομέα, γεγονός που αποδεικνύει πόσο στενά συνδεδεμένες παραμένουν οι δύο αγορές μετά το Brexit.

Ένα νέο περιβάλλον για την ευρωπαϊκή γεωργία

Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η ευρωπαϊκή αγροδιατροφική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρή εξαγωγική βάση και υψηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα. Ταυτόχρονα, όμως, αναδεικνύουν και τις νέες πιέσεις που δέχεται η ερωπαϊκή παραγωγή.

Η αύξηση των εισαγωγών, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμοί, η ενεργειακή κρίση και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο το ισοζύγιο αγροδιατροφικού εμπορίου. Με τα δεδομένα αυτά, το μεγάλο στοίχημα των επόμενων ετών θα είναι διπλό αφενός να διατηρήσει την ισχυρή θέση της στις διεθνείς αγορές τροφίμων υψηλής ποιότητας και αφετέρου να περιορίσει τις εξαρτήσεις της από εισαγόμενες πρώτες ύλες και στρατηγικά αγροτικά προϊόντα.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: