Gaeumannomyces graminis: Tο «ύπουλο» παθογόνο στην καλλιέργεια των σιτηρών

Τόσο στη Λάρισα όσο και στη Μαγνησία είναι γνωστό ότι ευδοκιμεί στην καλλιέργεια των σιτηρών το φυτοπαθογογόνο είδος Gaeumannomyces graminis. Το παθογόνο προσβάλλει το νεαρό σιτηρό αρκετά νωρίς, πριν το αδέλφωμα, μέσω του ριζικού του συστήματος. Συγκεκριμένα, το παθογόνο με ένα δίκτυο μυκηλίου που αναπτύσσει, αποικεί ταχύτατα το ριζικό σύστημα του σιτηρού και δεν επιτρέπει τη φυσιολογική ανάπτυξη της ρίζας του. Ο παραγωγός συνήθως το αντιλαμβάνεται στην ωρίμανση όπου, σποραδικά διακρίνει λευκά φυτά, λευκά στάχυα, ενώ όλα τα άλλα είναι ακόμη πράσινα.
Αυτή η συμπτωματολογία, εάν παρατηρηθεί από ψηλά στον αγρό, εμφανίζεται σε κηλίδες διότι το αίτιο δεν αποικεί μεμονωμένα τη ρίζα ενός φυτού αλλά μέσω της ρίζας του ενός φυτού επεκτείνεται και αποικεί και τις ρίζες των γειτονικών φυτών, σχηματίζοντας έτσι μια κηλίδα συμπτωματολογικών φυτών. Η αποίκηση αυτή συμβαίνει αποκλειστικά στο έδαφος και ευνοείται από τον αυξημένο αριθμό των φυτών/στρέμμα, την αζωτούχο λίπανση, την πρώιμη σπορά, τον τύπο του εδάφους και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Συγκεκριμένα εάν η σπορά είναι πρώιμη και επικρατήσει έντονη υγρασία, οι συνθήκες αυτές, μαζί με την αζωτούχο λίπανση, θα αυξήσουν την πυκνότητα του παθογόνου στη ρίζα του φυτού και αυτή θα διογκωθεί, θα μαυρίσει, δεν θα μπορέσει να διεισδύσει στο έδαφος και έτσι το προσβεβλημένο φυτό ή η ομάδα ως κηλίδα πλέον των προσβεβλημένων φυτών θα υπολείπεται σε στάδιο ανάπτυξης των υγιών και, σε έντονες προσβολές, τα φυτά αυτά δεν θα αναπτυχθούν.
Σε αυτή την περίπτωση η διαπίστωση του παθογόνου είναι εύκολη με την εξέταση των συμπτωματολογικών νάνων φυτών, όπου σε αυτά θα διακρίνει κάποιος τη χαρακτηριστική διογκωμένη μαυρισμένη ρίζα (Εικόνα 1) και μικροσκοπικά θα διακρίνει κάποιος την ανάπτυξη ενός χαρακτηριστικού δικτύου υφών (Εικόνα 2). Με αυτόν τον τρόπο, το παθογόνο παρασιτεί αλλά και διαβιεί στη ρίζα των προσβεβλημένων φυτών, για να μολύνει τα νέα φυτά της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου. Σε κάποιες περιπτώσεις το παθογόνο δύναται να αναπτύξει την εγγενή αναπαραγωγή δηλ. χαρακτηριστικά περιθήκια στο λαιμό ή στο καλάμι του φυτού κοντά στο έδαφος.

Σε τέτοια εδάφη, όπου το παθογόνο έχει ήδη κάνει εγκατάσταση, όσο καλλιεργούμε σιτηρό, τόσο περισσότερες ρίζες φυτών μολύνονται και επεκτείνεται η αρχική κηλίδα στο έδαφος. Βάση τούτο, η ερευνά μας μάς έδειξε ότι, πέραν της συμπτωματολογίας (κλινική εικόνα αγρού) και της εργαστηριακής παρατήρησης και ταυτοποίησης π.χ. των κηλίδων με τα λευκά στάχυα ή με υποανάπτυκτα φυτά, που δημιουργεί το παθογόνο σε ένα σιταγρό, μπορούν να εντοπιστούν και με δορυφορικές εικόνες με βάση τον δείκτη βλάστησης. Για να το κάνουμε ξεκάθαρο αυτό στους αναγνώστες μας, δημιουργήσαμε σε μορφή comics τα δημοσιευμένα αποτελέσματα της ερευνάς μας. Συγκεκριμένα, στις ακόλουθες εικόνες (βλέπε comics) το ίδιο το φυτό με την συμπτωματολογία του μάς διαμαρτύρεται! Τότε ο ερευνητής μπορεί να το διακρίνει και να το εντοπίσει εργαστηριακά με τη βοήθεια του μικροσκοπίου αλλά μπορεί να το «δει» εξετάζοντας και τον δείκτη βλάστησης αναλύοντας όπως αναφέραμε τις δορυφορικές εικόνες.
Στο comics (Εικόνα 3), η σοβαρότητα της νόσου διαπιστώνεται τόσο από τις εργαστηριακές παρατηρήσεις όσο και από τις δορυφορικές εικόνες και τα ποσοστά της συμπίπτουν και στις δύο περιπτώσεις. Αυτό το τελευταίο μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μία περιοχή με συνεχή καλλιέργεια σιτηρών μπορεί να ελεγχθεί για το συγκεκριμένο φυτοπαθολογικό πρόβλημα με τις δύο μεθόδους (εργαστηριακή και ανάλυση εικόνων από δορυφόρους), ώστε να δημιουργηθεί ένας χάρτης ασφαλών περιοχών για την καλλιέργεια (πράσινη περιοχή στον χάρτη της Εικόνας 3), έναντι των περιοχών με προσβολές (κόκκινη περιοχή στο χάρτη της Εικόνας 3).

Όλα τα παραπάνω τα συζητούμε στο συγκεκριμένο κείμενο διότι, στην περιοχή της Θεσσαλίας δεν υπάρχει τέτοια χαρτογράφηση και, λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων των Daniel και Elias δεν γνωρίζουμε πού έχει εγκατασταθεί πλέον το παθογόνο.
Εν κατακλείδι θεωρούμε ότι στην καλλιέργεια των σιτηρών, τεχνολογίες όπως το monitoring μπορεί να βοηθήσουν στον εντοπισμό προσβεβλημένων τέτοιων περιοχών δίνοντάς μας τη δυνατότητα να προβούμε σε ενέργειες, για τη διαχείριση του συγκεκριμένου φυτοπαθολογικού προβλήματος π.χ. αμειψισπορά με ψυχανθή.
του Γιάννη Βαγγέλα, Αναπληρωτή καθηγητή Φυτοπαθολογίας Παν. Θεσσαλίας









