Καλάθι Πάσχα: Ακριβότερο για τον καταναλωτή, ασφυκτικό για τον παραγωγό

Καθώς πλησιάζουν οι γιορτές του Πάσχα, η ελληνική αγορά τροφίμων εισέρχεται σε μια ακόμη περίοδο έντονων πιέσεων, με βασικά χαρακτηριστικά τη μειωμένη εγχώρια παραγωγή, τις αυξημένες εισαγωγές και, κυρίως, την άνοδο των τιμών. Το φετινό καλάθι του Πάσχα προμηνύεται ακριβότερο για τα νοικοκυριά, χωρίς ωστόσο αυτό να συνεπάγεται αντίστοιχη βελτίωση του εισοδήματος των παραγωγών, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένο κόστος παραγωγής.
Κοινός παρονομαστής σε όλους τους κρίκους της αγροδιατροφικής αλυσίδας παραμένει το υψηλό ενεργειακό κόστος, το οποίο επηρεάζει τις τιμές των ζωοτροφών, των μεταφορών, της θέρμανσης και της συνολικής λειτουργίας των εκμεταλλεύσεων. Την ίδια ώρα, εξωγενείς παράγοντες, όπως οι ζωονόσοι και οι διεθνείς εξελίξεις, εντείνουν την αβεβαιότητα.
Κτηνοτροφία σε πίεση με μειωμένη παραγωγή και αυξημένες τιμές
Στην καρδιά του πασχαλινού τραπεζιού, τα αμνοερίφια αποτελούν δείγμα της γενικότερης κατάστασης. Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, κυρίως λόγω των ζωονόσων, που έχουν περιορίσει σημαντικά την παραγωγή τόσο σε γάλα όσο και σε κρέας.
Ο κτηνοτρόφος Ηλίας Μπαλαφούτης από τη Φθιώτιδα περιγράφει μια δύσκολη πραγματικότητα. Όπως σημειώνει, «οι επιπτώσεις των περιοριστικών μέτρων και του εγκλεισμού των ζώων για μεγάλα χρονικά διαστήματα έχουν μετατοπίσει τον κύκλο των γεννήσεων, οδηγώντας σε μικρότερο αριθμό διαθέσιμων αμνοεριφίων την κρίσιμη περίοδο της ζήτησης».
Ιδιαίτερα για τα κοπάδια ελευθέρας βοσκής, όπως εξηγεί, «η διατροφή των ζώων αποδείχθηκε καθοριστικός παράγοντας». Η υποβάθμιση της ποιότητας και η αύξηση του κόστους των ζωοτροφών επηρέασαν άμεσα την αναπαραγωγική διαδικασία, περιορίζοντας την παραγωγικότητα.
Στο εμπορικό σκέλος, η αγορά δεν έχει ακόμη κινηθεί στον αναμενόμενο βαθμό. Οι πρώτες συναλλαγές των αρνιών κινούνται γύρω στα 9,50 ευρώ το κιλό, με τους παραγωγούς να εκτιμούν ότι μια βιώσιμη τιμή θα πρέπει να ξεπερνά τα 11 ευρώ, προκειμένου να καλυφθεί το αυξημένο κόστος παραγωγής και οι απώλειες της χρονιάς.
Την ίδια στιγμή, τα αυστηρά πρωτόκολλα σφαγής και οι ελλείψεις σε κτηνιατρικό προσωπικό προκαλούν πρόσθετες καθυστερήσεις και γραφειοκρατικά εμπόδια, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τους κτηνοτρόφους.
Στο προσκήνιο επανέρχεται και το ζήτημα των εισαγωγών, καθώς εκτιμάται ότι θα καλύψουν μέρος της ζήτησης. Ωστόσο, και οι τιμές των εισαγόμενων αμνοεριφίων αναμένονται αυξημένες, κυρίως λόγω του κόστους μεταφοράς, που έχει εκτοξευθεί εξαιτίας της ανόδου των καυσίμων.
Ελασσόνα: Λιγότερα αρνιά, συγκρατημένη αισιοδοξία
Ανάλογη εικόνα μεταφέρει και ο κτηνοτρόφος Τάσος Αντωνίου από το Λιβάδι Ελασσόνας. Όπως επισημαίνει, «η αύξηση του κόστους παραγωγής, και ιδιαίτερα των καυσίμων, αναμένεται να επηρεάσει την αγορά το επόμενο διάστημα, οδηγώντας σε ανοδική πορεία των τιμών».
Για την παρούσα περίοδο, εκτιμά ότι η μέση τιμή του αρνιού θα διαμορφωθεί γύρω στα 10 ευρώ το κιλό, ενώ το πρόβειο γάλα πωλείται μεταξύ 1,63 και 1,65 ευρώ το κιλό. «Η δομή των εκμεταλλεύσεων στην περιοχή, που βασίζεται κυρίως στη γαλακτοπαραγωγή, οδηγεί τους παραγωγούς να διαθέτουν τα αρνιά σε μικρό βάρος, περίπου 7–8 κιλά, περιορίζοντας τη δυνατότητα περαιτέρω εκμετάλλευσης».
Παρά τις δυσκολίες, ο ίδιος εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος, καθώς στην περιοχή δεν έχουν καταγραφεί κρούσματα ευλογιάς των προβάτων, γεγονός που επιτρέπει μια πιο ομαλή εξέλιξη της παραγωγής.
Αβγά: Σταθερές τιμές, αυξανόμενες πιέσεις
Σε αντίθεση με τα αμνοερίφια, η αγορά των αυγών εμφανίζει σχετική σταθερότητα στις τιμές, αν και οι πιέσεις στο κόστος παραγωγής παραμένουν έντονες.
Η πτηνοτρόφος Βίκυ Χριστοδολοπούλου από το Κιβέρι Αργολίδας εκτιμά ότι οι τιμές των αυγών κλωβοστοιχίας θα παρουσιάσουν μικρή αύξηση, της τάξης του 1–2 λεπτών ανά τεμάχιο, ή περίπου 50 λεπτά ανά καρτέλα 30 αβγών.
Ωστόσο, εστιάζει σε ένα σοβαρό ζήτημα που αφορά τις εισαγωγές αβγών, κυρίως από χώρες των Βαλκανίων. Όπως καταγγέλλει, σε αρκετές περιπτώσεις η διακίνηση γίνεται με αθέμιτες πρακτικές, υπονομεύοντας την εγχώρια παραγωγή. «Αβγά μεταφέρονται για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς τις ίδιες προδιαγραφές που τηρούν οι Έλληνες παραγωγοί, οι οποίοι επιβαρύνονται με αυστηρούς ελέγχους και πιστοποιήσεις». Παράλληλα, όπως υποστηρίζει, «οι παραγωγοί καλούνται να διαχειριστούν το αυξημένο κόστος σε ενέργεια, ζωοτροφές και μεταφορές, απορροφώντας σημαντικό μέρος των αυξήσεων, προκειμένου να παραμείνουν ανταγωνιστικοί στην αγορά».
Ανάλογη εικόνα μεταφέρει και η Ευδοξία Στάμου, πτηνοτρόφος από την Κριθιά Λαγκαδά, η οποία διαχειρίζεται μονάδα εκτροφής κοτόπουλων ελευθέρας βοσκής. Όπως αναφέρει, «το κόστος λειτουργίας έχει αυξηθεί δραματικά, από τη θέρμανση των εγκαταστάσεων μέχρι τις ζωοτροφές και τα φάρμακα». Παρά τις δυσκολίες, η ίδια και η οικογένειά της προσπαθούν να διατηρήσουν τη βιωσιμότητα της μονάδας, διαθέτοντας τα αβγά στη λιανική αγορά σε τιμές που φτάνουν τα 0,35 ευρώ ανά τεμάχιο.
Κηπευτικά: Ανοδική πορεία τιμών λόγω κόστους και ελλείψεων
Σημαντικές αυξήσεις καταγράφονται και στην αγορά των κηπευτικών, όπου το αυξημένο κόστος παραγωγής και οι μειωμένες παραγωγές διαμορφώνουν ένα πιεστικό περιβάλλον.
Ο Κώστας Λουκίσας, παραγωγός κηπευτικών από τα Λουκίσια Βοιωτίας, σημειώνει ότι τα βασικά προϊόντα που συνδέονται με το πασχαλινό τραπέζι παρουσιάζουν ανοδικές τάσεις. Το σπανάκι διαμορφώνεται περίπου στο 1,20 ευρώ το κιλό, το μαρούλι στα 0,80 ευρώ, ο άνηθος στα 0,70 ευρώ το ματσάκι και το φρέσκο κρεμμυδάκι στα 1,80 ευρώ το κιλό.
Οι λόγοι, όπως εξηγεί, είναι πολλαπλοί και σχετίζονται «με το υψηλό κόστος παραγωγής, την έλλειψη εργατών γης και τον ανταγωνισμό από εισαγόμενα προϊόντα χαμηλότερου κόστους». Παράλληλα επισημαίνει ότι «τα εισαγόμενα μπορεί να εμφανίζονται πιο ελκυστικά, ωστόσο τα ελληνικά υπερτερούν ποιοτικά, κάτι που συχνά δεν λαμβάνεται υπόψη από τους καταναλωτές».
Ντομάτα: Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα
Ιδιαίτερα έντονη είναι η άνοδος στην τιμή της επιτραπέζιας ντομάτας, η οποία ξεπερνά τα 2 ευρώ το κιλό και αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα.
Η παραγωγός, Δώρα Θεοδωράκη από την Ελαφόνησο Χανίων εξηγεί ότι η μείωση της παραγωγής οφείλεται σε ασθένειες και προσβολές από έντομα, που περιόρισαν σημαντικά τη διαθέσιμη ποσότητα. «Παραδοσιακά, όταν οι τιμές ξεπερνούσαν ένα συγκεκριμένο όριο, η αγορά ισορροπούσε μέσω εισαγωγών. Ωστόσο, η εκτόξευση του κόστους μεταφοράς λόγω καυσίμων καθιστά, πλέον, αυτή τη λύση λιγότερο αποτελεσματική», αναφέρει.
Στην αγορά των αγγουριών, οι τιμές εμφανίζουν μια μικρή αποκλιμάκωση σε σχέση με τον χειμώνα, φτάνοντας περίπου στο 1,20 ευρώ το κιλό για τα κοντά αγγούρια και στο 1,30 ευρώ για τα μακριά.
Δύσκολη ισορροπία
Η συνολική εικόνα της αγοράς ενόψει του Πάσχα καταδεικνύει μια δύσκολη ισορροπία. Οι καταναλωτές καλούνται να πληρώσουν υψηλότερες τιμές για τα βασικά προϊόντα, ενώ οι παραγωγοί, παρά τις αυξήσεις, δεν βλέπουν ουσιαστική βελτίωση στο εισόδημά τους. Το αυξημένο κόστος παραγωγής, οι εισαγωγές, οι ζωονόσοι και οι διεθνείς εξελίξεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που επηρεάζει ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα.









