Μελέτη βιωσιμότητας και σκοπιμότητας για κάθε αρδευτικό έργο

Από το μηδέν ο σχεδιασμός των αρδευτικών υποδομών στη Δυτική Ελλάδα

-Διαφήμιση-

Στο επίκεντρο της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας βρίσκεται το πολύπαθο αρδευτικό δίκτυο των νομών Ηλείας, Αιτωλοακαρνανίας και Αχαΐας, το οποίο στις περισσότερες περιπτώσεις είναι πεπαλαιωμένο και ασυντήρητο, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στους παραγωγούς από τις συνεχείς βλάβες, ενώ χάνεται το 60% των υδάτινων πόρων. Επιπλέον, περιορίζεται και η ίδια η δυναμική των καλλιεργειών, οι οποίες λόγω ελλιπούς άρδευσης δεν αποδίδουν στον βαθμό που θα μπορούσαν, πλήττοντας σημαντικά την τοπική οικονομία.

Πριν από λίγες ημέρες, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στην Αιτωλοακαρνανία, μεταξύ του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης, Μάκη Βορίδη, και των αυτοδιοικητικών φορέων της περιοχής, όπου έγινε γνωστή η πρόθεση του υπουργείου να ετοιμαστεί μελέτη βιωσιμότητας και σκοπιμότητας του κάθε αρδευτικού έργου, που στη συνέχεια θα ενταχθεί σε ένα συνολικό εθνικό σχέδιο για τα έργα υποδομής μέσα από το νέο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης.

Την ευθύνη για τη μελέτη θα έχει η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, η οποία καλείται να ανασχεδιάσει τις αρδευτικές υποδομές, συνεκτιμώντας τις ανάγκες, ανάλογα με τον τύπο των καλλιεργειών και τις καλλιεργητικές πρακτικές που ακολουθούνται, δεδομένου ότι θα πρέπει να υπάρχει προσεκτική διαχείριση των υδάτων.

Επιπλέον, θα καταγραφούν και οι δυνατότητες σε νερό της κάθε περιοχής, ώστε να υποδειχθούν και οι πραγματικές ανάγκες της υποδομής για την άρδευση. Επιδίωξη της περιφέρειας είναι τα αρδευτικά να είναι συνδυασμένα με μικρά υδροηλεκτρικά ή με φωτοβολταϊκά, έτσι ώστε οι ΤΟΕΒ να μπορούν να ανταποκρίνονται και στο ενεργειακό κόστος, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συσσωρευμένα χρέη προς τη ΔΕΗ και οι διακοπές ρεύματος στα αντλιοστάσια να είναι συχνό φαινόμενο.

Σύμφωνα με τον περιφερειάρχη Δυτικής Ελλάδας, Νεκτάριο Φαρμάκη, η επέκταση του αρδευτικού δικτύου, και όχι μόνο ο εκσυγχρονισμός, είναι ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να τεθεί και από την κυβέρνηση ως πρώτη προτεραιότητα από πλευράς κονδυλίων και πολιτικής. Έφερε ως παράδειγμα τις τεράστιες καλλιεργητικές εκτάσεις, οι οποίες αυτήν τη στιγμή δεν καλύπτουν αυτό που θα μπορούσαν να παράγουν, με αποτέλεσμα να χάνονται σημαντικά οφέλη τόσο για τον παραγωγό, όσο και για τη χώρα.

Όπως επεσήμανε στην «ΥΧ» ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής, Σταύρος Βέρρας, κύριο μέλημα της περιφέρειας είναι η βελτίωση των οικονομικών των ΤΟΕΒ, προκειμένου να εξυγιανθούν για να μπορέσουν να προσφέρουν ανεμπόδιστα τις υπηρεσίες τους. Επίσης, σχεδιάζεται η υπογειοποίηση όλων των ΤΟΕΒ, αλλά και η άρδευση ημιορεινών όγκων που μέχρι σήμερα δεν έχουν νερό.

Προβλήματα

Να σημειωθεί ότι στον Νομό Αιτωλοακαρνανίας παραμένουν σήμερα χωρίς άρδευση χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, είτε επειδή δεν κατασκευάστηκε αρδευτικό δίκτυο ποτέ, είτε λόγω κακής διαχείρισης. Τα δίκτυα στην Αιτωλοακαρνανία παρουσιάζουν εκτεταμένες φθορές, με μεγάλη απώλεια και σπατάλη τεράστιων ποσοτήτων νερού και ηλεκτρικής ενέργειας και δεν εξυπηρετούν πλέον τις απαιτήσεις αξιοποίησης της γεωργικής γης.

Ανάλογη είναι η κατάσταση και στον Νομό Ηλείας, όπου το αρδευτικό δίκτυο έχει ήδη συμπληρώσει τα 40 του χρόνια και δεν έχει συντηρηθεί σοβαρά, ενώ στους περισσότερους ΤΟΕΒ είναι υπέργειο, με αποτέλεσμα να χάνεται μεγάλο μέρος των υδάτων στον δρόμο προς το χωράφι. Η Δυτική Αχαΐα είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου γεωργική, μεικτής έκτασης 96.000 στρεμμάτων περίπου και δεν διαθέτει συλλογικά αρδευτικά δίκτυα. Η εξυπηρέτηση των αρδεύσεων γίνεται σήμερα πλημμελώς από τις υφιστάμενες γεωτρήσεις.

Προ των πυλών μελέτη για επέκταση της διώρυγας του φράγματος Πηνειού

Στην προκήρυξη μελέτης, με προϋπολογισμό 3,3 εκατ. ευρώ, χρηματοδοτούμενη από το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων, για την άρδευση της Δυτικής Αχαΐας από το φράγμα Πηνειού, προχωρά η Διεύθυνση Εγγειοβελτιωτικών Έργων του υπουργείου Υποδομών. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο θα λύσει σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα άρδευσης του κάμπου, καθώς έχουν εξαντληθεί όλες οι αρδευτικές δυνατότητες της περιοχής, μετά και την πραγματοποίηση περίπου 3.000 γεωτρήσεων βάθους 100-300 μέτρων για την κάλυψη των αναγκών των καλλιεργειών, με τεράστιο κόστος για τους αγρότες, την εθνική οικονομία και το περιβάλλον.

-Διαφήμιση-