Το μπαλάκι στο ΥπΑΑΤ για Σύγκλιση Ενισχύσεων και τη διαχείριση της αγοράς ελαιολάδου

✱ Μέτρα αποσυμφόρησης ελαιολάδου, ανώτατο εθνικό πλαφόν, ειδική ενίσχυση βάμβακος και επιχειρησιακά προγράμματα στο φόντο των τροποποιήσεων
✱ Σε 1,6 δισ. ευρώ τα κονδύλια για την Ελλάδα τη διετία 2021-2022

Σε ισχύ είναι ο μεταβατικός κανονισμός της ΚΑΠ, σύμφωνα με τον οποίο παρατείνεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022 η υφιστάμενη ΚΑΠ, αλλά με κονδύλια του νέου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και ένα επιπρόσθετο πακέτο για την αγροτική ανάπτυξη από το NextGeneration EU.

Συνολικά, η Ελλάδα για τα έτη 2021 και 2022, όσον αφορά τον Β’ Πυλώνα, θα έχει στη διάθεσή της 1,6 δισ. ευρώ περίπου, προκειμένου να συνεχίσει την εφαρμογή των μέτρων του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης, αλλά και να προχωρήσει σε επιπλέον επενδύσεις και σε παροχή ενισχύσεων στους παραγωγούς που πλήττονται από την πανδημία.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τον μεταβατικό κανονισμό, όπως δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την αγροτική ανάπτυξη αντιστοιχούν στην Ελλάδα (σε τρέχουσες τιμές) 680.177. 956 ευρώ για το έτος 2021 και 556.953.600 ευρώ για το έτος 2022. Σε αυτά προστίθενται οι επιπλέον πόροι από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Ανάκαμψης, που σε τρέχουσες τιμές αντιστοιχούν 108.072.886 ευρώ για το έτος 2021 και 257.213.470 ευρώ για το έτος 2022.

Μεταξύ άλλων, στα βασικά σημεία του Κανονισμού:

✱ Για καθένα από τα έτη 2021 και 2022 το ποσό του αποθεματικού ανέρχεται σε 400 εκατ. ευρώ.

✱ Παραμένει η ευελιξία μεταξύ πυλώνων (έως το 15% των ετήσιων εθνικών ανώτατων ορίων).

✱ Παράταση του έκτακτου μέτρου αγροτικής ανάπτυξης που εγκρίθηκε στο πλαίσιο της κρίσης του κορωνοϊού.

✱ Ανώτατο όριο καθεστώτος βασικής ενίσχυσης: Για κάθε κράτος-μέλος, το ποσό που υπολογίζεται μπορεί να αυξάνεται κατ’ ανώτατο όριο μέχρι 3% του οικείου ετήσιου εθνικού ανώτατου ορίου (Ελλάδα: 1.891.660 ευρώ για το 2021 και 1.890.730 ευρώ για το 2022). Έως τις 19 Φεβρουαρίου 2021, τα κράτη-μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το ετήσιο ποσοστό, κατά το οποίο το ποσό που υπολογίζεται πρέπει να αυξηθεί για τα ημερολογιακά έτη 2021 και 2022.

✱ Τα κράτη-μέλη μπορούν να αποφασίσουν να εφαρμόσουν περαιτέρω εσωτερική σύγκλιση.

✱ Προκειμένου να υπολογισθεί για το 2020 το ποσό της ειδικής ενίσχυσης για το βαμβάκι ανά εκτάριο επιλέξιμης έκτασης, οι αποδόσεις πολλαπλασιάζονται επί του ποσού αναφοράς που ανέρχεται σε 234,18 ευρώ για την Ελλάδα. Για τα έτη 2021 και 2022, οι αποδόσεις πολλαπλασιάζονται επί του ποσού αναφοράς, ύψους 229,37 ευρώ.

✱ Προγράμματα στήριξης του τομέα του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών: Όσα προγράμματα καταρτίστηκαν για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2021 λήγουν στις 31 Δεκεμβρίου 2022. Η χρηματοδότηση για την Ελλάδα για το έτος 2020 ορίζεται στα 11.098.000 ευρώ και για καθένα από τα έτη 2021 και 2022 στα 10.666.000 ευρώ.

✱ Τα επιχειρησιακά προγράμματα του τομέα των οπωροκηπευτικών για τα οποία προβλέπεται να εγκριθεί παράταση, σύμφωνα με τη μέγιστη διάρκεια πέντε ετών, μετά τις 29 Δεκεμβρίου 2020 δύνανται να παραταθούν μόνο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022. Κατά παρέκκλιση, τα νέα επιχειρησιακά προγράμματα που εγκρίνονται μετά τις 29 Δεκεμβρίου 2020 έχουν μέγιστη διάρκεια τριών ετών.

✱ Τα εθνικά μελισσοκομικά προγράμματα, τα οποία καταρτίστηκαν για την περίοδο από την 1η Αυγούστου 2019 έως την 31η Ιουλίου 2022 παρατείνονται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022.

✱ Η ισχύς των αδειών για οινοποιήσιμες ποικιλίες αμπέλου παρατείνεται έως την 31η Δεκεμβρίου 2021. Όποιος δεν επιθυμεί να αξιοποιήσει την παράταση, πρέπει να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές έως τις 28 Φεβρουαρίου 2021.

Αγορά ελαιολάδου

Στον μεταβατικό κανονισμό ορίζονται και «κανόνες εμπορίας για τη βελτίωση και τη σταθεροποίηση της λειτουργίας της κοινής αγοράς ελαιολάδου». Όπως επισημαίνεται, προκειμένου να βελτιωθεί και να σταθεροποιηθεί η λειτουργία της κοινής αγοράς ελαιολάδου, συμπεριλαμβανομένων των ελιών, τα κράτη-μέλη παραγωγής μπορούν να καθορίζουν κανόνες εμπορίας για τη ρύθμιση της προσφοράς.

Οι κανόνες αυτοί α) δεν αφορούν καμία συναλλαγή μετά την πρώτη εμπορία του σχετικού προϊόντος, β) δεν επιτρέπουν τον καθορισμό της τιμής, ακόμη και σε περιπτώσεις που οι τιμές καθορίζονται ενδεικτικά ή για σύσταση, γ) δεν παρεμποδίζουν τη διάθεση υπερβολικά μεγάλου μέρους της παραγωγής της περιόδου εμπορίας που, διαφορετικά, θα ήταν διαθέσιμο.