Παιχνίδια με την υπολειμματικότητα φυτοφαρμάκων για την ελιά

-Διαφήμιση-

των Μαρίας Αντωνίου, Γιάννη Σάρρου, Νικολέτας Τζώρτζη

  Σκοπιμότητα από μερίδα αγοραστών καταγγέλλουν οι παραγωγοί
 Τον συσχετισμό υπολειμματικότητας-τιμής καταδικάζουν οι μεταποιητές

Μετά τις άσχημες καιρικές συνθήκες που επικράτησαν, την ελλιπή και, κατά γενική ομολογία, καθυστερημένη εφαρμογή του προγράμματος δακοκτονίας, που στοίχισαν σε ποιότητα και ποσότητα, έρχεται τις τελευταίες ημέρες να προστεθεί ακόμη ένα πρόβλημα για τον τομέα της επιτραπέζιας ελιάς. Ζήτημα φαίνεται ότι έχει προκύψει από ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες που θέλουν ελιές της ποικιλίας τύπου Καλαμών να αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπολειμματικότητας φυτοφαρμάκων, σε δύο γεωγραφικές περιοχές της Κεντρικής Ελλάδας.

Δεδομένης της σημασίας που έχουν τα ζητήματα αυτά στην εικόνα του προϊόντος, η «ΥΧ» αναζήτησε στοιχεία, από αρμόδιες αρχές και φορείς για το κατά πόσο τέτοιες αναφορές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι το ζήτημα αφορά προϊόν που εντάσσεται στην γκάμα των εθνικών μας προϊόντων, επιστρέφοντας στη χώρα μας σχεδόν 500 εκατ. ευρώ ετησίως από τις εξαγωγές.

Σύμφωνα, λοιπόν, με το ρεπορτάζ, οι αρμόδιες υπηρεσίες διευκρινίζουν ότι δεν καταγράφεται κάτι το ασυνήθιστο σε σύγκριση με τις προηγούμενες χρονιές ως προς την υπολειμματικότητα, η οποία ελέγχεται, συνιστώντας μάλιστα προσοχή στη διάδοση τέτοιων πληροφοριών. Οι παραγωγοί, από την πλευρά τους, αποδίδουν αυτή την καλλιέργεια κλίματος σε μερίδα αγοραστών, που επιδιώκουν εκβιαστικά να πάρουν ποσότητες, από αυτές που παραμένουν κρατημένες στις κάδες, σε χαμηλότερη βέβαια τιμή.

 

Μπενάκειο: Δεν παρατηρείται τίποτα το ασυνήθιστο φέτος

Κατά καιρούς, στη χώρα μας παρατηρούνται περιπτώσεις που εμφανίζουν υπολειμματικότητα, η οποία όμως ελέγχεται τόσο από φορείς όσο και από εξαγωγικές επιχειρήσεις, και οι οποίες κυμαίνονται σε χαμηλά ποσοστά. Έτσι και φέτος, «δεν καταγράφεται κάτι το ασυνήθιστο ως προς την υπολειμματικότητα σε σύγκριση με τις προηγούμενες ελαιοκομικές περιόδους», σχολίασε κατά την επικοινωνία με την «ΥΧ» το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, φορέας ελέγχου που συνεργάζεται και με το ΥΠΑΑΤ και πραγματοποιεί ελέγχους για φορείς όπως η EFSA.

 

ΔΑΟΚ Αιτωλοακαρνανίας: Ένα το κρούσμα με μικρή ποσότητα

Στο ίδιο πλαίσιο και η ΔΑΟΚ Αιτωλοακαρνανίας, μίας εκ των περιοχών όπου αναφέρθηκε ότι υπάρχει ζήτημα, απάντησε κατά το ρεπορτάζ ότι το μοναδικό καταγεγραμμένο κρούσμα αφορά μικρή ποσότητα βρώσιμων ελιών στην περιοχή του Μεσολογγίου ενός μόνο παραγωγού.

Η εν λόγω ποσότητα εντοπίστηκε από τον έλεγχο που πραγματοποίησε εταιρεία που παρέλαβε τις ελιές και η οποία μάλιστα ενημέρωσε τις υπηρεσίες. Η κινητοποίηση ήταν άμεση, ενώ σύμφωνα με τη ΔΑΟΚ, εκτός από την εφαρμογή των προβλεπομένων από τη νομοθεσία, απεστάλησαν και σχετικές προτάσεις και ερωτήματα στο ΥΠΑΑΤ για τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των ελέγχων.

 

Γίνονται εξονυχιστικοί έλεγχοι και από τους ίδιους τους εξαγωγείς, τους οποίους και δεν συμφέρει να πάρουν προϊόν που θα απορρίψει η εξαγωγή

ΠΕΜΕΤΕ: Κατακριτέος ο συσχετισμός τιμής και υπολειμματικότητας

Δεδομένων των προβλημάτων της περασμένης ελαιοκομικής περιόδου και της ανεπαρκούς και καθυστερημένης δακοκτονίας, πολλοί παραγωγοί κατέφυγαν σε δικές τους φυτοπροστατευτικές παρεμβάσεις εξηγεί ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής (ΔΟΕΠΕΛ), Γιώργος Ντούτσιας, σχολάζοντας ότι οι περισσότεροι «έκαναν τη δουλειά τους όπως έπρεπε, ενώ μερικοί μπορεί να μην το έκαναν σωστά».

Ωστόσο, όπως συμπλήρωσε, «δεν έχει αναφερθεί κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα αυτή την περίοδο, ενώ, ακόμη και αν υπήρχε», επεσήμανε, «γίνονται εξονυχιστικοί έλεγχοι και από τους ίδιους τους εξαγωγείς, τους οποίους και δεν συμφέρει να πάρουν προϊόν που θα απορρίψει η εξαγωγή».

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο αντιπρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ, Κώστας Ζούκας, μεταποιητής και εξαγωγέας του προϊόντος και ο ίδιος επεσήμανε ότι δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα που να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις στη φετινή χρονιά, καταδικάζοντας τις όποιες απόπειρες συσχετισμού των τιμών με προβλήματα υπολειμματικότητας από μεσάζοντες και αγοραστές. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φετινής εμπορικής περιόδου ως προς την υπολειμματικότητα για το προϊόν, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι οι διαφορές των ανώτατων επιτρεπτών ορίων που θέτουν κάποια κράτη σε σύγκριση με εκείνα που επικρατούν εντός ΕΕ.

«Η διαφοροποίηση αυτή των ορίων από πλευράς ΗΠΑ, για παράδειγμα, εντάσσεται μάλλον στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου που έχει ξεκινήσει μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, δημιουργώντας για τη φετινή χρονιά κάποιες επιπρόσθετες δυσκολίες για τους εξαγωγείς», εξήγησε.

Κερδοσκοπικές σκοπιμότητες καταγγέλλουν οι παραγωγοί

Παραγωγοί των περιοχών της Αιτωλοακαρνανίας, αλλά και της ευρύτερης Στερεάς, όπου παρατηρήθηκαν τέτοιες αναφορές, επισημαίνουν ότι πρωταρχικό μέλημα όσων με ευσυνειδησία εμπλέκονται με το προϊόν είναι η διασφάλιση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του, που αποτελούν εγγύηση για την εξαγωγή του και, κατ’ επέκταση, εξασφαλίζουν το εισόδημά τους.

«Οι προσπάθειες που καταβάλλουμε για την τήρηση των κανόνων στο θέμα της φυτοπροστασίας στην ελαιοκομία είναι μεγάλες, γνωρίζοντας ότι αν δεν το κάνουμε σωστά το προϊόν μας θα υποβαθμιστεί», δήλωσε ο Κώστας Μπαρτζουλιάνος, παραγωγός από τις Λιβανάτες Φθιώτιδας. Μάλιστα, ο ίδιος απέδωσε σε σκοπιμότητα μερίδας εμπόρων τις διαδόσεις, οι οποίες δεν έχουν άλλο στόχο από τη μείωση της τιμής του παραγωγού.

 

EFSA: Ποσοστό 2,9% του προϊόντος έχει υπολειμματικότητα άνω του επιτρεπτού στην ΕΕ συνολικά

Η ΧΩΡΑ ΜΑΣ, όπως επιβάλλει ο κοινοτικός κανονισμός, διενεργεί δειγματοληπτικούς ελέγχους ετησίως και στην επιτραπέζια ελιά, όπως και σε άλλα προϊόντα της πρωτογενούς παραγωγής, ενώ συμμετέχει και σε ευρωπαϊκούς ελέγχους. Τα αποτελέσματά τους συνοψίζονται σε επίπεδο ΕΕ στην έκθεση που πραγματοποιεί κάθε χρόνο η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA).

Ανατρέχοντας στην πιο πρόσφατη έκθεση της EFSA, που δημοσιεύθηκε το 2018, αναφέρεται για τον τομέα της μεταποιημένης επιτραπέζιας ελιάς ότι από το σύνολο των δειγμάτων που εξετάστηκαν σε όλη την ΕΕ, μόνο το 2,9% ξεπερνούσε τα ανώτατα επιτρεπτά όρια υπολειμματικότητας (MRL), που θέτει ο κανονισμός, ενώ το 60,3% ήταν κάτω των ορίων και ένα 36,8% ήταν εντός των ορίων σε επίπεδο ΕΕ. Ο δείκτης αυτός από μόνος του καταδεικνύει ότι υπάρχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένα μικρό ποσοστό που καταγράφεται εκτός των επιτρεπόμενων ορίων.

 

Δημοσιεύτηκε στην “ΥΧ” την Παρασκευή 10 Μαΐου 2019
-Διαφήμιση-