Σημαντικές πιέσεις στις εξαγωγικές επιχειρήσεις – «Καμπανάκι» ΣΕΒΕ για κόστος και ανταγωνιστικότητα

20/04/2026
10'+ διάβασμα
simantikes-pieseis-stis-exagogikes-epicheiriseis-kabanaki-seve-gia-kostos-kai-antagonistikotita-277834

Με αφορμή τις πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις και την συνεχιζόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή, ο ΣΕΒΕ – Σύνδεσμος Εξαγωγέων προχώρησε στη διενέργεια της παρούσας έρευνας, με σκοπό την καταγραφή των επιπτώσεων που αυτές επιφέρουν στην εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων. Το ερωτηματολόγιο απάντησαν οι επιχειρήσεις/μέλη του ΣΕΒΕ και εξήχθησαν τα ακόλουθα αποτελέσματα, όπως προέκυψαν έπειτα την επεξεργασία των απαντήσεων από το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ) του ΣΕΒΕ.

Στο ερωτηματολόγιο ανταποκρίθηκαν συνολικά 105 μέλη, τα οποία προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα κλάδων, με κυρίαρχη τη βιομηχανία (49,5%), ακολουθούμενη από τον αγροδιατροφικό τομέα (20,0%), ενώ συμμετείχαν επίσης επιχειρήσεις από τους κλάδους των χημικών και λοιπών δραστηριοτήτων (από 8,6%), των δομικών υλικών (7,6%), καθώς και των υπηρεσιών και των μεταφορών & logistics (από 2,9%). Ως προς το μέγεθος, το δείγμα αποτελείται κυρίως από μεσαίες επιχειρήσεις (50-249 εργαζόμενοι) (35,2%), ενώ σημαντική είναι και η συμμετοχή μικρών (10-49 εργαζόμενων) (29,5%) και μεγάλων επιχειρήσεων (250+ εργαζόμενων) (27,6%), με τις πολύ μικρές (0-9 εργαζόμενοι) να αντιστοιχούν στο 7,6%. Σε ό,τι αφορά την εξαγωγική τους δραστηριότητα, το 31,4% των επιχειρήσεων πραγματοποιεί εξαγωγές που υπερβαίνουν το 75% του κύκλου εργασιών τους, το 29,5% κινείται στο εύρος 25%-50%, το 22,9% κάτω του 25%, ενώ το 16,2% καταγράφει εξαγωγές μεταξύ 51% και 75% του συνολικού τζίρου.

Η επίδραση της κρίσης στη ζήτηση είναι ήδη εμφανής σε σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων, με διαφοροποιήσεις ανά κλάδο. Στη βιομηχανία, το 57,7% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έχει αντιμετωπίσει μείωση ζήτησης ή ακυρώσεις παραγγελιών, με τις επιπτώσεις να αξιολογούνται κυρίως ως μικρής (35,3%) και μέτριας έντασης (32,4%), ενώ ένα 26,5% τις χαρακτηρίζει σημαντικές. Στον αγροδιατροφικό τομέα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν μείωση ζήτησης ανέρχεται σε 71,4%, με κυρίαρχη την εκτίμηση μικρού βαθμού επίπτωσης (60,0%), ενώ καταγράφονται και περιπτώσεις σημαντικής (20,0%) και πολύ σοβαρής επίδρασης (6,7%). Στους λοιπούς κλάδους, το 55,6% των επιχειρήσεων δηλώνει μείωση ζήτησης, με τις επιπτώσεις να είναι μικρής (60,0%) και μέτριας έντασης (40,0%). Αντίστοιχα, στα δομικά υλικά το 60,0% των επιχειρήσεων αναφέρει επιπτώσεις, κυρίως μέτριου (66,7%) και μικρού βαθμού (33,3%). Στις λοιπές υπηρεσίες και στις μεταφορές & logistics, το 66,7% των επιχειρήσεων δηλώνει μείωση ζήτησης, με τις επιπτώσεις να κατανέμονται μεταξύ μικρού και μέτριου βαθμού, χωρίς καταγραφή περιπτώσεων υψηλής έντασης.

Οι συνέπειες που καταγράφονται διαφοροποιούνται ανά κλάδο, με κοινό παρονομαστή την αύξηση του κόστους και κυρίως του ενεργειακού και μεταφορικού. Στη βιομηχανία, οι κυριότερες επιπτώσεις είναι το αυξημένο κόστος μεταφορών (32,0%) και η άνοδος των ενεργειακών τιμών (30,7%), ενώ ακολουθούν οι καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα (15,3%) και η αδυναμία προμήθειας πρώτων υλών (11,3%). Στον αγροδιατροφικό τομέα, οι επιπτώσεις συγκεντρώνονται ακόμη πιο έντονα στο κόστος, με το 43,2% να αναφέρει αυξημένα μεταφορικά και το 40,9% άνοδο ενεργειακών τιμών, ενώ οι υπόλοιπες συνέπειες εμφανίζονται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στους λοιπούς κλάδους, όπου η άνοδος των ενεργειακών τιμών (44,4%) και το αυξημένο κόστος μεταφορών (38,9%) αποτελούν τις βασικές πιέσεις. Στα δομικά υλικά, οι επιπτώσεις κατανέμονται πιο ισομερώς μεταξύ ενεργειακού κόστους, μεταφορών και καθυστερήσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα (από 25,0%), ενώ καταγράφεται και μεγαλύτερη συγκριτικά παρουσία προβλημάτων στις πληρωμές (12,5%) και στην προμήθεια πρώτων υλών (12,5%). Στις λοιπές υπηρεσίες, πέραν της ανόδου των ενεργειακών τιμών (33,3%), αναδεικνύονται με την ίδια ένταση και τα προβλήματα στις πληρωμές (33,3%), ενώ στις μεταφορές & logistics, πέρα από το ενεργειακό κόστος (37,5%), καταγράφεται και σημαντική επιβάρυνση από το αυξημένο κόστος μεταφορών (25,0%), καθώς και επιμέρους επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και την παραγωγική δραστηριότητα.

Η εξαγωγική παρουσία των επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή εμφανίζει διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων, τόσο ως προς τη διείσδυση όσο και ως προς τη σημασία των αγορών αυτών στο συνολικό εξαγωγικό τους προφίλ. Στη βιομηχανία, το 61,5% των επιχειρήσεων δηλώνει δραστηριοποίηση στην περιοχή, με την πλειονότητα αυτών να καταγράφει περιορισμένη εξαγωγική έκθεση, καθώς το 54,5% πραγματοποιεί λιγότερο από το 10% των εξαγωγών του προς τις συγκεκριμένες αγορές, ενώ το 33,3% κινείται στο εύρος 10–30%. Στον αγροδιατροφικό τομέα, το 47,6% των επιχειρήσεων δραστηριοποιείται στη Μέση Ανατολή, με ακόμη χαμηλότερη εξαγωγική εξάρτηση, καθώς το 80,0% δηλώνει ποσοστό εξαγωγών κάτω του 10% και το 20,0% μεταξύ 10–30%. Στα λοιπά, το 33,3% των επιχειρήσεων έχει παρουσία στις συγκεκριμένες αγορές και το σύνολο αυτών πραγματοποιεί εξαγωγές κάτω του 10%. Στα δομικά υλικά, καταγράφεται η υψηλότερη συμμετοχή, με το 80,0% των επιχειρήσεων να δραστηριοποιείται στη Μέση Ανατολή, ενώ το σύνολο αυτών εντάσσεται στην κατηγορία 10–30% ως προς το ποσοστό εξαγωγών. Τέλος, σχετικά με τις λοιπές υπηρεσίες το 33,3% των επιχειρήσεων έχει παρουσία με εξαγωγές κάτω του 10%, ενώ στον κλάδο των μεταφορών & logistics το 66,7% δραστηριοποιείται στη Μέση Ανατολή, επίσης με περιορισμένο εξαγωγικό αποτύπωμα κάτω του 10%.

Οι στρατηγικές αντίδρασης των επιχειρήσεων σε περίπτωση συνέχισης της κρίσης επικεντρώνονται κυρίως στην αύξηση τιμών και στην αναζήτηση νέων αγορών. Στη βιομηχανία, η κυρίαρχη επιλογή είναι η αύξηση τιμών (49,4%), ενώ σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων στρέφεται και στην αναζήτηση άλλων αγορών (36,7%), με μικρότερη παρουσία της μείωσης εξαγωγικής δραστηριότητας (10,1%). Αντίστοιχα, στον αγροδιατροφικό τομέα, το 44,4% των επιχειρήσεων δηλώνει πρόθεση αύξησης τιμών και το 37,0% αναζήτησης νέων αγορών, ενώ καταγράφεται και ένα ποσοστό 11,1% που εξετάζει τη μείωση της εξαγωγικής δραστηριότητας. Στους λοιπούς κλάδους, η αύξηση τιμών παραμένει η βασική στρατηγική (50,0%), ακολουθούμενη από την αναζήτηση νέων αγορών (25,0%) και τη διαφοροποίηση προϊόντων (16,7%), χωρίς καταγραφή πρόθεσης για μείωση εξαγωγών. Στα δομικά υλικά, οι επιλογές κατανέμονται ισόποσα μεταξύ αύξησης τιμών και αναζήτησης νέων αγορών (από 44,4%), ενώ ένα 11,1% εξετάζει τη μείωση εξαγωγικής δραστηριότητας. Τέλος, αναφορικά με τις λοιπές υπηρεσίες, η κύρια κατεύθυνση είναι η αναζήτηση νέων αγορών (66,7%) με παράλληλη διαφοροποίηση προϊόντων (33,3%), ενώ στον κλάδο των μεταφορών & logistics το σύνολο των επιχειρήσεων (100%) στρέφεται προς την αύξηση των τιμών.

Οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων για την εξέλιξη των επιπτώσεων το επόμενο εξάμηνο δείχνουν αυξημένη ανησυχία, με σημαντικό μέρος να αναμένει μέτρια έως σημαντική επιδείνωση. Στη βιομηχανία, το 46,2% των επιχειρήσεων εκτιμά ότι θα επηρεαστεί σημαντικά, ενώ το 38,5% αναμένει μέτρια επίδραση και ένα μικρό ποσοστό (5,8%) πολύ σοβαρή. Στον αγροδιατροφικό τομέα, οι εκτιμήσεις είναι πιο κατανεμημένες, με το 38,1% να προβλέπει μέτρια επίδραση, το 23,8% σημαντική και το 28,6% να εκτιμά περιορισμένη επίδραση. Στους λοιπούς κλάδους, η πλειονότητα των επιχειρήσεων (55,6%) αναμένει μέτρια επίδραση, ενώ το 33,3% σημαντική. Στα δομικά υλικά, οι εκτιμήσεις κατανέμονται μεταξύ μέτριας (40,0%) και σημαντικής επίδρασης (40,0%), με μικρό ποσοστό να αναμένει περιορισμένες συνέπειες. Τέλος, όσον αφορά τις λοιπές υπηρεσίες, οι εκτιμήσεις κατανέμονται ισομερώς μεταξύ μικρής, μέτριας και σημαντικής επίδρασης (από 33,3%), ενώ στον κλάδο των μεταφορών & logistics καταγράφεται ίση κατανομή μεταξύ μέτριας, σημαντικής και πολύ σοβαρής επίδρασης (από 33,3%).

Στην τελευταία ερώτηση της έρευνας, σχετικά με το αν απαιτούνται πρόσθετα μέτρα στήριξης από την Πολιτεία και ποια από αυτά θεωρούνται πιο σημαντικά, καταγράφεται σχεδόν καθολική σύγκλιση των επιχειρήσεων υπέρ της ανάγκης λήψης παρεμβάσεων. Στη βιομηχανία, το 96,2% των επιχειρήσεων θεωρεί αναγκαία τη στήριξη, δίνοντας προτεραιότητα κυρίως σε μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους (28,2%), στην επιδότηση του κόστους μεταφορών (21,5%) και στη διευκόλυνση των εξαγωγών (19,8%), ενώ ακολουθούν η στήριξη για είσοδο σε νέες αγορές (16,4%) και η ενίσχυση της ρευστότητας (14,1%). Αντίστοιχα, στον αγροδιατροφικό τομέα, όπου το 95,2% των επιχειρήσεων ζητά πρόσθετα μέτρα, κυριαρχεί επίσης η ανάγκη για μείωση του ενεργειακού κόστους (37,0%), με τις υπόλοιπες επιλογές να κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα, όπως η ενίσχυση ρευστότητας και η στήριξη για νέες αγορές (από 16,7%), καθώς και η επιδότηση μεταφορών και η διευκόλυνση εξαγωγών (από 14,8%). Στους λοιπούς κλάδους, το σύνολο των επιχειρήσεων εκφράζει την ανάγκη για μέτρα στήριξης, με βασική προτεραιότητα τη μείωση του ενεργειακού κόστους (40,9%) και δευτερευόντως την επιδότηση μεταφορών (22,7%). Στα δομικά υλικά, επίσης το 100% των επιχειρήσεων ζητά μέτρα, δίνοντας έμφαση στη μείωση του ενεργειακού κόστους (35,7%) και στην επιδότηση μεταφορών (28,6%). Τέλος, όσον αφορά τις λοιπές υπηρεσίες, η κύρια προτεραιότητα εντοπίζεται στη στήριξη για είσοδο σε νέες αγορές (42,9%) και στη διευκόλυνση εξαγωγών (28,6%), ενώ στον κλάδο των μεταφορών & logistics οι ανάγκες κατανέμονται πιο ισομερώς μεταξύ επιδότησης μεταφορών, ενίσχυσης ρευστότητας και στήριξης για νέες αγορές (από 25,0%).

Τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν ότι οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές στο σύνολο σχεδόν των εξαγωγικών επιχειρήσεων, επηρεάζοντας κυρίως το κόστος λειτουργίας και δευτερευόντως τη ζήτηση. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους και των μεταφορικών αναδεικνύεται ως η βασικότερη πρόκληση, διατρέχοντας οριζόντια όλους τους κλάδους, ενώ παράλληλα καταγράφονται πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και, σε μικρότερο βαθμό, στη ρευστότητα και την παραγωγή. Παρά το γεγονός ότι η έκθεση των επιχειρήσεων στις αγορές της Μέσης Ανατολής παραμένει σχετικά περιορισμένη για την πλειονότητα, η αβεβαιότητα επηρεάζει ευρύτερα τη λειτουργία τους και τις προσδοκίες για το επόμενο διάστημα. Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται να προσαρμόζονται κυρίως μέσω αυξήσεων τιμών και αναζήτησης νέων αγορών, ενώ ταυτόχρονα εκφράζουν με σαφήνεια την ανάγκη για άμεση λήψη στοχευμένων μέτρων στήριξης, με έμφαση στη μείωση του ενεργειακού κόστους, την ενίσχυση της ρευστότητας και τη διευκόλυνση των εξαγωγών.

Κλείνοντας ο Πρόεδρος του ΣΕΒΕ, κος. Συμεών Διαμαντίδης, επισημαίνει «Τα αποτελέσματα της έρευνας αποτυπώνουν με σαφήνεια τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Αν και η άμεση έκθεση στη Μέση Ανατολή δεν είναι υψηλή για το σύνολο των επιχειρήσεων, οι έμμεσες επιπτώσεις, κυρίως μέσω της αύξησης του κόστους ενέργειας και μεταφορών, είναι ήδη σημαντικές και αναμένεται να ενταθούν. Είναι κρίσιμο να υπάρξουν άμεσα και στοχευμένα μέτρα στήριξης, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών και η ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία.»

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: