Τι θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο νεοεκλεγείς υπουργός ΑΑΤ

Όταν δημοσιευθεί το επόμενο φύλλο και το επόμενο σχόλιό μας την ερχόμενη εβδομάδα, είναι πολύ πιθανό όχι μόνο να έχει σχηματιστεί κυβέρνηση, αλλά να γνωρίζουμε και τον νέο υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, ο οποίος μπορεί να έχει προβεί και στις πρώτες του εξαγγελίες.

«Προτρέχουμε», λοιπόν, και καταγράφουμε μερικά από τα μεγάλα ζητήματα για τα οποία θα κληθεί να βρει λύσεις.

Το πρώτο αφορά τις μεγάλες εκκρεμότητες σε πολιτικές που απορρέουν από τη νέα ΚΑΠ, το σύστημα πληρωμών, το ΟΣΔΕ κ.λπ., που απαιτούσαν υπουργικές παρεμβάσεις και άφησε πίσω του ο πρώην υπουργός «για τον επόμενο». Ειδικά για την ΚΑΠ, το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι βέβαια τόσο οι μικρές ή μεγάλες αποφάσεις διαχείρισης που πρέπει να ληφθούν, αλλά πρωτίστως εκείνες οι ενέργειες που θα κάνουν τα υφιστάμενα εργαλεία της ΚΑΠ συμπληρωματικό τμήμα μιας συνεκτικής πολιτικής, που αφορά τις πραγματικές ανάγκες της ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα, της αγροδιατροφής, της υπαίθρου στην Ελλάδα. Και αυτή η συνεκτικότητα και η συνέργεια έχουν χαθεί προ πολλού.

Το δεύτερο σχετίζεται με τη διαμόρφωση των τιμών παραγωγού, του κόστους και του εισοδήματός του. Στην αρχή της εβδομάδας, σε κατάστημα της μεγαλύτερης λιανικής αλυσίδας της χώρας στην Αθήνα, η τιμή ενός κιλού μέτριας ποιότητας ροδάκινων σε κλούβα ήταν 3 ευρώ και ενός κιλού καλής ποιότητας και ελάχιστα χτυπημένων κερασιών ήταν 6 ευρώ. Η τιμή παραγωγού για το πρώτο προϊόν ήταν στο 1/4 της τιμής καταναλωτή και του δεύτερου περίπου στο 1/3. Αναφερόμαστε σε αυτά τα δύο προϊόντα εποχής, καθώς κάθε βράδυ «παρελαύνουν» στα δελτία ειδήσεων για να «καταδειχθούν» φαινόμενα κερδοσκοπίας και να συνδεθούν με τους αγρότες. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για το ελαιόλαδο. Οι αναφορές ότι στο ράφι φτάνει ακόμα και τα 8 ευρώ συχνά συνοδεύονται από αναφορές ότι τις ημέρες αυτές γίνονται κάποιες εμπορικές πράξεις σε πάνω από 6 ευρώ, αποσιωπώντας βέβαια ότι περίπου η μισή παραγωγή πουλήθηκε τον πρώτο μήνα μετά τη συγκομιδή σε πολύ χαμηλότερη τιμή. Σε κάθε περίπτωση, είναι πολλαπλά τεκμηριωμένο ότι η Ελλάδα έχει από τις χαμηλότερες τιμές παραγωγού και από τις υψηλότερες κάποιων αγροτικών εισροών σε σύγκριση με την υπόλοιπη ΕΕ. Συνεπώς, η βελτίωση του πραγματικού εισοδήματος του αγρότη με βιώσιμο τρόπο οφείλει να αποτελέσει προτεραιότητα.

Το τρίτο έχει να κάνει με την ύπαρξη ενδείξεων ότι σημαντικό τμήμα των γεωργών, που μπορεί να πλησιάζει το 1/4, έχει πληγεί το τελευταίο διάστημα τόσο από καταστροφές που καλύπτονται από τον ΕΛΓΑ, όσο και από άλλες, μάλλον στην πλειονότητά τους, που δεν καλύπτονται, όπως οι βροχοπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει και από το σημερινό ρεπορτάζ, θα απαιτηθούν άμεσα ίσως και εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ για αποζημιώσεις.

Το τέταρτο μεγάλο ζήτημα είναι όλες εκείνες οι αποφάσεις που σχετίζονται με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Αν και συνεχώς βελτιωνόμαστε, κινούμαστε με ρυθμούς χαμηλότερους από τους μέσους κοινοτικούς και διαρκώς αποκλίνουμε.

Είναι, λοιπόν, αυτά τα τέσσερα πρώτα μεγάλα ζητήματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο υπουργός που θα προκύψει από τις εκλογές της Κυριακής.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Υπαιθρος Χώρα»
που κυκλοφόρησε την Παρασκευή 23 Ιουνίου 2023