Walmart και Amazon στο στόχαστρο για επιδόματα χαμηλόμισθων εργαζομένων

Η παροχή κυβερνητικών παροχών σε χαμηλόμισθους εργαζομένους, όπως ασφάλιση υγείας και επιδόματα τροφίμων, θεωρείται κοινωνικά υπεύθυνη πολιτική. Ωστόσο, πρόσφατη μελέτη της Σάρα Άντερσον, διευθύντριας του Global Economy Project στο Institute for Policy Studies στην Ουάσινγκτον, υποστηρίζει ότι οι παροχές αυτές λειτουργούν ως «επιδοτήσεις» για μεγάλες επιχειρήσεις, δίνοντάς τους πρόσβαση σε φθηνό εργατικό δυναμικό, που εργάζεται με μισθούς κάτω από το κόστος διαβίωσης.
Στην ανάλυσή της, η Άντερσον εστίασε στις 20 μεγαλύτερες εταιρείες χαμηλόμισθων εργαζομένων στις ΗΠΑ, τις οποίες ονόμασε «The Low-Wage 20». Σύμφωνα με τα στοιχεία, πάνω από το μισό αυτών των εταιρειών κατέγραψε μεσαίο μισθό που καθιστούσε οικογένειες τριών ατόμων επιλέξιμες για το πρόγραμμα SNAP και για επιδοτούμενη κρατική ασφάλιση υγείας Medicaid, ενώ οι CEO εισέπρατταν εκατοντάδες φορές περισσότερα. Η Άντερσον τονίζει ότι η εξάρτηση από εργαζόμενους μερικής απασχόλησης αποτελεί στρατηγική επιλογή των εταιρειών, η οποία περιορίζει το κόστος παροχών και αναγκάζει πολλούς εργαζόμενους να συνδυάζουν περισσότερες δουλειές, για να τα βγάλουν πέρα.
Οι επιπτώσεις είναι ιδιαίτερα έντονες για μονογονεϊκές οικογένειες, ενώ οι εργαζόμενοι που βασίζονται σε δημόσια βοήθεια κινδυνεύουν να περιοριστούν σε βασικά είδη διατροφής και υπηρεσίες υγείας. Η μελέτη εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ισορροπία ανάμεσα στα κέρδη των μεγάλων εταιρειών και την κοινωνική ευθύνη τους απέναντι στο εργατικό δυναμικό.
Απαντώντας στις κατηγορίες, η Walmart τόνισε ότι παρέχει εκπαίδευση και ευκαιρίες εξέλιξης στους εργαζόμενους που λαμβάνουν δημόσια βοήθεια. Η Amazon ανέφερε ότι οι μισθοί της ξεπερνούν το διπλάσιο του ομοσπονδιακού κατώτατου και ότι η επιλεξιμότητα για SNAP και Medicaid εξαρτάται από το εισόδημα και το μέγεθος του νοικοκυριού. Παράλληλα, και οι δύο εταιρείες συμφωνούν ότι μια αύξηση του ομοσπονδιακού κατώτατου μισθού θα ήταν ουσιαστική λύση για τη στήριξη των αμερικανικών οικογενειών.
Η μελέτη αναδεικνύει τις ανισότητες μεταξύ CEO και εργαζομένων και φέρνει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το αν οι μεγάλες επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται ή στηρίζουν το χαμηλόμισθο εργατικό δυναμικό τους, θέτοντας ερωτήματα για το μέλλον των αμερικανικών εργασιακών πρακτικών.









