Της Κάλιας Πετσαλάκη

Στο κέντρο της Κρήτης, σημείο αναφοράς ανά τους αιώνες ως οικονομικός και παραγωγικός κόμβος του νησιού, ο Νομός Ηρακλείου συγκεντρώνει το 50% του πληθυσμού της Μεγαλονήσου. Το 60% περίπου του ΑΕΠ της Κρήτης παράγεται σε αυτό το τμήμα του νησιού, μ’ έναν συνδυασμό του πρωτογενούς τομέα, του τουρισμού, αλλά και υπηρεσιών. Ο Νομός Ηρακλείου έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα στον αγροτικό τομέα να διαθέτει τη μεγαλύτερη και πιο εύφορη πεδιάδα του νησιού (από αρχαιοτάτων χρόνων), που αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες διατροφικές αποθήκες στη χώρα, τον περίφημο κάμπο της Μεσαράς. Εκεί καλλιεργούνται, ταυτόχρονα και με μαζικό τρόπο, τα πρώιμα κηπευτικά (θερμοκηπιακές καλλιέργειες), μια επιλογή-«κλειδί» για τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Σε ό,τι αφορά το εισόδημα για τους παραγωγούς, οι καλλιέργειες αυτές αποδίδουν και τους χειμερινούς μήνες και, με τον τρόπο αυτόν, ο νομός διασφαλίζει όλο τον χρόνο αγροτικό εισόδημα. Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

Ωστόσο, συνυφασμένη με την αγροτική καλλιέργεια της Κρήτης, που χάνεται στα βάθη της αρχαιότητας και στα περίφημα μινωικά πυθάρια, είναι η εξαιρετικής ποιότητας ελαιοπαραγωγή και, μάλιστα, στα όρια των τριών γραμμών οξύτητας έξτρα παρθένου ελαιολάδου. Με 80.000-100.000 τόνους ελαιόλαδο κάθε χρόνο, αλλά και την αμπελουργία, παρά τη φθίνουσα πορεία της την τελευταία 20ετία εξαιτίας της φυλλοξήρας και των αποτυχημένων προγραμμάτων αναμπέλωσης, ο νομός είναι ταυτισμένος με τον πρωτογενή τομέα, με ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων να ασχολείται όχι μόνο κατ’ επάγγελμα, αλλά και ερασιτεχνικά με τις καλλιέργειες. Αυτές οι καλλιέργειες και τα προϊόντα που παράγουν αποτελούν διαχρονικά το σήμα κατατεθέν του νομού. Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

Ωστόσο, στις μέρες μας, το Ηράκλειο, πέρα από αυτά τα υψηλής διατροφικής ποιότητας προϊόντα, φιλοξενεί και μια σειρά από άλλες δυναμικές καλλιέργειες, που συμπληρώνονται από την αλιεία και την κτηνοτροφία. Τέτοιες είναι η καλλιέργεια αλόης, η σαλιγκαροτροφία, τα χαρούπια, τα φραγκόσυκα και, φυσικά, τα αρωματικά βότανα, που τα τελευταία χρόνια διαμορφώνουν στον νομό μια νέα πραγματικότητα με νέα είδη, όπως αρωματικά έλαια ή και καλλυντικά. Στο Ηράκλειο, άλλωστε, οι γεύσεις, τα χρώματα και τα αρώματα ήταν πάντοτε μια έκπληξη, καθώς από δήμο σε δήμο και από χωριό σε χωριό, ακόμη και στις αστικές του περιοχές, έχει να αναδείξει πλούσια τμήματα μιας παράδοσης και στην καλλιέργεια, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

Από τη… βαριά βιομηχανία του ελαιόλαδου έως τους χοχλιούς, τα χαρούπια και τα φραγκόσυκα

Δυναμικά η αλόη

Μία από τις καλλιέργειες που έχει μπει δυναμικά στον Νομό Ηρακλείου είναι η αλόη. Σε όλο το νησί υπολογίζεται ότι ασχολούνται 300 καλλιεργητές, με συνολική έκταση 700 στρέμματα, ενώ μόνο στον Νομό Ηρακλείου υπάρχουν οι 120-140 παραγωγοί που καλλιεργούν 250 στρέμματα. Ένας από αυτούς είναι ο Γιάννης Αλεξανδράκης, πατέρας δύο παιδιών, που αποφάσισε να επενδύσει στη γη, παρά το γεγονός ότι οι σπουδές του σχετίζονταν με τα οικονομικά. Τα τελευταία χρόνια η εταιρεία του, η «Aloe Cretaland», καταγράφει μια σημαντική πορεία.

«Αποφάσισα να καλλιεργήσω αλόη, διότι είναι μια πολλά υποσχόμενη καλλιέργεια, η οποία, λόγω των ευεργετικών στοιχείων του φυτού, γίνεται κάθε μέρα και πιο αναγνωρίσιμη», σημειώνει ο κ. Αλεξανδράκης, που διατηρεί περισσότερα από 15 στρέμματα βιολογικής καλλιέργειας και διαθέτει τα φύλλα αλόης, αλλά και φυτά αλόης τόσο σε πελάτες χονδρικής όσο και λιανικής πώλησης. Μελλοντικός στόχος του είναι η κατασκευή μονάδας επεξεργασίας αλόης και τυποποίησης βιολογικών προϊόντων με βάση την αλόη.

Στο κάθε στρέμμα γης, όπως λέει στην «ΥΧ» ο κ. Αλεξανδράκης, μπορεί κανείς να φυτέψει περίπου 900-1.000 φυτά αλόης, ενώ το αρχικό κόστος καλλιέργειας είναι περίπου 3.500-4.000 ανά στρέμμα. Όσον αφορά την απόδοση, όπως σημειώνει, το στρέμμα αποδίδει από 7.000-10.000 κιλά φύλλα ετησίως.

Η ξανθιά κρητικοπούλα που αντέχει ακόμη

Μέρα με τη μέρα αλλάζουν τα δεδομένα και η σταφίδα σουλτανίνα ξανακερδίζει έδαφος

 Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο Μπορεί η Κρήτη στο σύνολό της, όσον αφορά τις καλλιέργειες, για τον περισσότερο κόσμο να ταυτίζεται με το ελαιόλαδο, ωστόσο για τον Νομό Ηρακλείου και όσους γνωρίζουν καλά την ιστορία του, η σταφίδα είναι το σήμα κατατεθέν, ως το βασικό προϊόν στο οποίο στηρίχθηκε η αγροτική οικονομία, αλλά και γενικότερα η οικονομία του νομού.

Η Κεντρική Συνεταιριστική Ένωση Σουλτανίνας με τον διακριτικό τίτλο «ΚΣΟΣ ΑΕΣ ΑΕ» είναι η κορυφαία Συνεταιριστική Οργάνωση των Σουλτανοπαραγωγών. Από την ίδρυσή της, το 1940, μέχρι σήμερα έχει ως κύρια δραστηριότητά της τη συγκέντρωση, την επεξεργασία, τη συσκευασία, την τυποποίηση, την αποθήκευση, τη συντήρηση, τη μεταφορά και την πώληση σταφίδας σουλτανίνας εντός και εκτός Ελλάδας. Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος από το 2013 είναι ο Γιώργος Ξυλούρης.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΚΣΟΣ ΑΕΣ ΑΕ, Γιώργος Ξυλούρης
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΚΣΟΣ ΑΕΣ ΑΕ, Γιώργος Ξυλούρης

«Η ΚΣΟΣ ΑΕΣ ΑΕ συνεχίζει να είναι ένας δυναμικός εξαγωγικός φορέας. Διαθέτει σύγχρονο εργοστάσιο, που πληροί τις προϋποθέσεις για ασφαλή και υγιεινή επεξεργασία τροφίμων και εφαρμόζει σύγχρονες διαδικασίες κατά BRC, IFS, ISO 9001, ISO 22000. Επίσης, διαθέτουμε ένα μοντέρνο συσκευαστήριο επιτραπέζιων σταφυλιών».

Από τους 72.000 τόνους σταφίδα σουλτανίνα που παρήγαγε το Ηράκλειο το 1988, σήμερα η παραγωγή έχει περιοριστεί. Την τελευταία τριετία από τον νομό διακινήθηκαν γύρω στους 1.700 τόνους ετησίως, με μια τάση αύξησης, η οποία σχετίζεται με τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών που δίνουν, όπως εξηγεί ο πρόεδρος της ΚΣΟΣ ΑΕΣ ΑΕ, μια νέα ευκαιρία για το προϊόν.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

«Μετά από σχετικό αίτημα για καταχώριση της σταφίδας ως προϊόντος Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ένδειξης (ΠΓΕ), με την ονομασία ‘‘Σταφίδα Σουλτανίνα Κρήτης’’, η Επιτροπή ενέκρινε το αίτημα παρά τις ενστάσεις από την τουρκική πλευρά. Στόχος πλέον είναι να βρει η σταφίδα και πάλι τη θέση που της αξίζει στη διεθνή αγορά και να τοποθετηθεί εκεί ως προϊόν εξαιρετικής ποιότητας», διευκρινίζει ο κ. Ξυλούρης. Ο ίδιος τόνισε στην «ΥΧ» ότι «η αναγνώριση της Σταφίδας Σουλτανίνας ως προϊόν ΠΓΕ, αν συνδυαστεί με κατάλληλες ενέργειες αναδιοργάνωσης της παραγωγής, της προβολής και της προώθησης, μπορεί να εξασφαλίσει μια καλύτερη θέση στη διεθνή αγορά και καλύτερες μέρες για τους παραγωγούς».

Η ισχυρή οικονομία του κάμπου της Μεσσαράς

Τα οπωροκηπευτικά αποτελούν την αιχμή του… αγροτικού δόρατος

Η Μεσαρά, στα νότια του Νομού Ηρακλείου, και τα κηπευτικά εδώ και δεκαετίες έχουν κοινό βίο. Η αγροτική οικονομία του περίφημου κάμπου της Μεσσαράς είναι από τις πιο ισχυρές, ενώ τα προϊόντα που καλλιεργούνται εκεί ταξιδεύουν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Αγροτοβιομηχανικός Συνεταιρισμός Τυμπακίου από το 1945 καταγράφει ένα ουσιαστικό έργο, έχοντας 590 μέλη, που ασχολούνται με την παραγωγή οπωροκηπευτικών και ελαιολάδου.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

Φτάνοντας κάποιος στην περιοχή, αντικρίζει τη θέα του κάμπου της Μεσαράς που είναι χαρακτηριστική, καθώς βασικό γνώρισμά της αποτελούν οι εκτάσεις που είναι καλυμμένες από τα θερμοκήπια, μέσα στα οποία (και όχι μόνο) καλλιεργούνται τα περίφημα μεσαρίτικα κηπευτικά.

«Η διάθεση των κηπευτικών και των φρούτων, που παράγουν τα μέλη μας, σε μια έκταση 1.800 στρεμμάτων, με 14.000-16.000 τόνους ετησίως, αποτελείται κυρίως από περίπου 7.000 τόνους ντομάτες, 3.500 τόνους αγγούρια, 1.800 τόνους πιπεριές, 1.000 τόνους μελιτζάνες και 1.000 τόνους πεπόνια», λέει ο πρόεδρος Μανώλης Ανδριγιαννάκης.

Ο πλούτος του κάμπου της Μεσαράς είναι ανεξάντλητος, ενώ τα τελευταία χρόνια στο κομμάτι της οργανωμένης παραγωγής, που διακινείται προς το εξωτερικό, έχει μπει ενεργά η βιολογική καλλιέργεια.

Ελιά και αμπέλιΗ «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

Όταν το 2008 ο Γιάννης Καραγιαννάκης εμπνεύστηκε μια οικογενειακή επιχείρηση που θα στηριζόταν στο μεγαλύτερο μέρος της στις καλλιέργειες, δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι σε λιγότερο από δέκα χρόνια ο ίδιος και οι τρεις γιοι του, ο Νίκος, ο Μανώλης και ο Γιώργος, θα αφιερώνονταν σε αυτή με τόση αφοσίωση. Η οικογενειακή επιχείρηση Καραγιαννάκη εδρεύει στις Κάτω Ασίτες, στους πρόποδες του Ψηλορείτη, και απέχει 25 χλμ. από την πόλη του Ηρακλείου. Με την ένταξή της το 2008 σε επιδοτούμενο πρόγραμμα της Περιφέρειας Κρήτης, έκανε μόνο την αρχή. Οκτώ χρόνια μετά, συνεχίζει να δίνει το στίγμα της στην παραγωγή και στη διάθεση προϊόντων που παράγει η περιοχή, όπως η βρώσιμη κρητική επιτραπέζια ελιά, η πάστα ελιάς, αλλά και συσκευασμένα αμπελόφυλλα από σουλτανίνα.

Όπως εξηγεί ο ένας από τους γιους του Γιάννη Καραγιαννάκη, ο Νίκος, «οι ελιές συλλέγονται από δικά μας ελαιόφυτα, αλλά και από επιλεγμένους παραγωγούς της περιοχής. Όσον αφορά τα αμπελόφυλλα, συλλέγονται και τυποποιούνται ένα ένα και με μεγάλη προσοχή».

Όλα ξεκίνησαν από την αγάπη τους για τα προϊόντα του τόπου τους. Ακόμη και σε δύσκολες εποχές, όπως αυτή που διανύουμε, εκείνοι επιμένουν. «Δυστυχώς, η έναρξη της εταιρείας συνέπεσε με την αρχή της οικονομικής κρίσης, οπότε τα βήματά μας είναι αργά. Όμως, δεν εγκαταλείπουμε και θα συνεχίσουμε με την ίδια θέρμη να προωθούμε τα προϊόντα μας όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και στην Αθήνα».

Ηρακλειώτικα Κρασιά

Η αρχή της ιστορίας των κρασιών ΜΙΝΩΣ ξετυλίγεται από τα μέσα του 19ου αιώνα, με τον Αντώνη Μηλιαράκη να εγκαθίσταται στην περιοχή των Πεζών, 17 χλμ. νότια του Ηρακλείου. Εκεί ήταν το σημείο όπου «πέζευαν» οι καβαλάρηδες, τάιζαν δηλαδή τα άλογά τους, ξαπόσταιναν και διανυκτέρευαν, για να αναχωρήσουν το επόμενο πρωί ξεκούραστοι για τον Χάνδακα ή το Μεγάλο Κάστρο, όπως ονομαζόταν τότε το Ηράκλειο.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο«Η ΜΙΝΩΣ άρχισε να εξάγει χύμα κρασί αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως στη Γαλλία και την Αγγλία, ενώ από το 1952 κιόλας επιχείρησε πρώτη να εμφιαλώσει με επιτυχία το κρητικό κρασί», εξηγεί ο Νίκος Μηλιαράκης, που είναι και πρόεδρος του Δικτύου Οινοποιών Ηρακλείου.

Η εταιρεία ΜΙΝΩΣ διανύει σήμερα την όγδοη δεκαετία της και παράγει κρασιά προερχόμενα από γηγενείς ποικιλίες, όπως το Κοτσιφάλι και το Μαντηλάρι για τα κόκκινα, τη Βιλάνα, το Βιδιανό και το Θραψαθήρι για τα λευκά.

Η παραγωγή της ΜΙΝΩΣ ανέρχεται σε 350.000 με 400.000 φιάλες ετησίως, από τις οποίες το 70% καταναλώνεται στο νησί, το 15% διακινείται στην υπόλοιπη Ελλάδα και το υπόλοιπο 15% εξάγεται. Κύριοι προορισμοί στο εξωτερικό είναι το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, η Σερβία, η Γερμανία, η Γαλλία, καθώς και η Ιαπωνία.

Διατροφικός θησαυρός

Το γεγονός ότι η κρητική γη παράγει έναν διατροφικό θησαυρό, το γνωρίζουν καλά στην εταιρεία Stelman Trade και στη μητρική της, ΕΛΜΑ. Το χρυσάφι του νησιού, που δεν είναι άλλο από το ελαιόλαδο, αποτέλεσε από το 2000 τη βάση για τη χύμα εξαγωγή, αρχικά, και, στη συνέχεια, μέσω της θυγατρικής εταιρείας, την εξαγωγή συσκευασμένου ελαιολάδου που ταξιδεύει σ’ ολόκληρο τον κόσμο, όπως λέει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Stelman Trade, Στέλιος Μανουσάκης.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο ΗράκλειοΗ εταιρεία διακινεί ετησίως 3.000 τόνους ελαιόλαδο σε αγορές όπως η Ουκρανία, η Ρωσία, η Γερμανία, η Ολλανδία και η Σερβία. Από τα τέλη του 2015, διαθέτει το πρώτο κατάστημά της στο Ηράκλειο, αλλά και ηλεκτρονικό κατάστημα με την επωνυμία «Cretan Treasure». Αυτό είναι και το brand της μεγάλης σειράς προϊόντων, όπως ελιές και πάστα ελιάς, μέχρι φιλέτο σαλιγκαριού, που δείχνει να έχει ιδιαίτερη δυναμική στην αγορά το τελευταίο διάστημα. «Τα σαλιγκάρια τα παίρνουμε από ντόπιους εκτροφείς. Είναι δυνατό προϊόν και κινείται θετικά σε μεγάλες αγορές, ως κομμάτι της κρητικής», λέει ο κ. Μανουσάκης, ο οποίος ήδη έχει αρχίσει προσπάθεια λειτουργίας καταστημάτων εντός και εκτός Ελλάδας μέσω της διαδικασίας του franchise, που εμφανίζει σημαντικό ενδιαφέρον.

Κρητική κουζίνα και απάκι πάνε μαζί

Πρόκειται για μια ιστορία γαστρονομικής συνύπαρξης, την οποία υπηρετεί εδώ και δεκαετίες και για τέσσερις πλέον γενιές η οικογένεια Κασσάκη στο χωριό Γαλατάς του Δήμου Μινώα Πεδιάδας.

Οι ρίζες φτάνουν στις αρχές του 20ού αιώνα, με τον πρώτο της οικογένειας να ασχολείται με τα αλλαντικά, δίνοντας τις συνταγές στον γιο του, ο οποίος συνέχισε αυτή την ενασχόληση, αν και δάσκαλος στην περιοχή.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο ΗράκλειοΣτην αρχή, όπως εξηγεί ο τετάρτης γενιάς συνεχιστής της εταιρείας Κασσάκη, ο Εμμανουήλ Κασσάκης, «η πώληση γινόταν πόρτα πόρτα και μετά στα συνοικιακά καταστήματα, ωστόσο η αυξημένη ζήτηση οδήγησε στην κατασκευή μόνιμου κτηρίου το 1999».

Η εταιρεία σήμερα παράγει τα προϊόντα, συνδυάζοντας τις παραδοσιακές μεθόδους αλλαντοποιίας και τη χρήση σύγχρονου μηχανολογικού εξοπλισμού. Αν και στο παρελθόν η κατανάλωση προϊόντων όπως τα λουκάνικα ή το απάκι γινόταν κυρίως τον χειμώνα, πλέον έχουν μπει στην «γκουρμέ» κουζίνα και τα ζητούν από τα ξενοδοχεία όλο το χρόνο.

Εντός Κρήτης, το προϊόν που καταγράφει την πιο δυναμική παρουσία είναι το ξιδάτο λουκάνικο, ενώ εκτός Κρήτης το απάκι υπερέχει σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

To δώρο του καλόγερου

Η Άρβη, στα νοτιοανατολικά του Νομού Ηρακλείου, είναι η περιοχή όπου η μπανάνα έφτασε ως «λαθρομετανάστης». Σύμφωνα με την παράδοση, ένας καλόγερος από το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου, επιστρέφοντας από την Αίγυπτο, πήρε ένα φυτό, το οποίο έκρυψε στον σκούφο του, το έφερε στην εύφορη κοιλάδα της Άρβης το 1920 και το φύτεψε στον κήπο του μοναστηριού ως καλλωπιστικό. Το φυτό έδεσε με το τοπίο και το ημιτροπικό κλίμα και με τον καιρό εξελίχθηκε σ’ ένα πολύτιμο προϊόν για τους κατοίκους της περιοχής.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο ΗράκλειοΑπό τότε μέχρι και σήμερα η καλλιέργεια της μπανάνας στην Άρβη έχει γνωρίσει μεγάλες δόξες, αλλά αντιμετώπισε και μεγάλες δυσκολίες. Το 1999 ιδρύθηκε η Ομάδα Μπανανοπαραγωγών και από τότε μέχρι σήμερα αριθμεί 250 μέλη. «Εκείνο που κάνει την μπανάνα της Κρήτης επιπλέον ανταγωνιστική έναντι της εισαγόμενης είναι ότι είναι καθαρή από συντηρητικά. Η διαφορά οφείλεται στο ότι η κρητική μπανάνα πηγαίνει απευθείας από την παραγωγή στην κατανάλωση», εξηγεί ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Μπανανοπαραγωγών, Μανώλης Πνευματικάκης.

Τα τελευταία χρόνια, η Ομάδα Παραγωγών προχώρησε και στη δημιουργία βιολογικής μπανάνας, με σκοπό να ανταγωνιστεί τις βιολογικές μπανάνες της Κολομβίας. Αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη ζήτηση σε όλη την Κρήτη, αλλά και στην Αθήνα.

Η δύναμη των γυναικών

Σε ολόκληρη την Κρήτη, είναι πολύ σημαντική η σχέση του πρωτογενούς τομέα με τα δημιουργήματα που αποτελούν τη μεγάλη γκάμα των προϊόντων, τα οποία ταυτίζονται απόλυτα και με την παράδοση του τόπου. Τρεις γυναίκες από τα Σταυράκια Ηρακλείου, η Άννα Καμαρίτη, η Μαρία Βογιατζάκη και η Μαρία Γραφανάκη, το 2006 ίδρυσαν  έναν μικρό συνεταιρισμό παραδοσιακών βουτημάτων και αρτοσκευασμάτων.

 «Ό,τι χρησιμοποιούμε είναι προϊόν της κρητικής γης. Το λάδι, το κρασί και όλα τα υλικά είναι προσεκτικά διαλεγμένα. Για τον λόγο αυτόν, είμαστε σίγουρες για την ποιότητα όσων παρασκευάζουμε». Οι τρεις γυναίκες παρασκευάζουν περίπου 40 τόνους βουτήματα «Μαλεβιζιώτικα» ζυμωμένα στο χέρι, διαθέτοντάς τα σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ και σε συνοικιακά καταστήματα της Κρήτης και των Αθηνών.

«Το ενδιαφέρον αυξάνεται σταδιακά. Δεχόμαστε παραγγελίες από την Αθήνα και από άλλες περιοχές εκτός Κρήτης και νομίζουμε ότι αυτό ενισχύεται από στόμα σε στόμα», διευκρινίζουν και οι τρεις. Μιλώντας στην «ΥΧ», μάλιστα, αποκάλυψαν και το μυστικό της επιτυχίας τους, που δεν άλλο από τη σύνδεση με την παράδοση και τα αρώματα του τόπου!

Το άρωμα Κρήτης κατακλύζει την Γηραιά Ήπειρο

Το στοίχημα του προέδρου της εξαγωγικής εταιρείας «Λάμπρος – Γιώργος ΑΕ», που είναι σήμερα από τις μεγαλύτερες στον τομέα της σε όλη την Κρήτη, ξεκίνησε από μια διαπίστωση και ένα δεδομένο, στα οποία το 2001 είχε καταλήξει ο πρόεδρός της, Λάμπρος Περβολαράκης. Ήταν η ανάγκη για μια βοήθεια στην παραγωγή σταφυλιών για την εξυπηρέτηση των παραγωγών και, ταυτόχρονα, η αγάπη για τον τόπο και τα εκλεκτά του προϊόντα. Έχοντας αυτά ως «μαγιά» ξεκίνησε την πορεία του, με έδρα τον Προφήτη Ηλία.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο«Από την πρώτη κιόλας χρονιά κάναμε τζίρο 1,5 εκατομμύριο ευρώ, ενώ η σταθερά ανοδική πορεία δημιούργησε τις συνθήκες από το 2003 να ξεκινήσουμε με την εξαγωγή πιπεριάς και αγγουριού. Σήμερα ο τζίρος αυτός ανέρχεται περίπου στα 25 εκατομμύρια ευρώ».

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο ΗράκλειοΗ εταιρεία «Λάμπρος – Γιώργος ΑΕ» διαθέτει αποθήκες για τα προϊόντα σε οκτώ σημεία του νησιού. Η επιτυχία είναι αδιαμφισβήτητη, αν σκεφτεί κανείς ότι από τις επτά μεγάλες αλυσίδες στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη η εταιρεία συνεργάζεται και με τις επτά.

«Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια επιδιώκουμε να αυξήσουμε την παραγωγή στα βιολογικά προϊόντα. Από τους 20.000 τόνους που εξάγουμε, το 20% να ενταχθεί στη βιολογική γεωργία».

Παλιές καλές εποχές… για την αλιεία

Κάποτε τα ψαροκάικα και τα περίφημα γρι-γρι, στο μικρό λιμάνι του Ηρακλείου, στο τμήμα που βρίσκεται μέσα από το φρούριο «Κούλες», ήταν το σήμα κατατεθέν για το παραλιακό κομμάτι της πόλης και η οικονομία σε μεγάλο ποσοστό στηριζόταν στην αλιεία.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

Από τη μια, όμως, η υπεραλίευση, που περιόρισε τον πλούτο σε ψάρια και, από την άλλη, η κρίση, έχει μετατρέψει το μικρό λιμάνι του Ηρακλείου σε «σκιά» της προηγούμενης εικόνας που είχε. Τα ψαροκάικα μειώθηκαν στο 1/3 και σήμερα μετά βίας 30-35 καΐκια εξακολουθούν να βγαίνουν στ’ ανοιχτά. «Δεν θα ξεχάσω τις εποχές που βγαίναμε δεκάδες ψαροκάικα μαζί. Οι εποχές αυτές, όμως, τελείωσαν. Σήμερα, παρά το γεγονός ότι αρκετές οικογένειες ζουν από αυτό, οι συνθήκες δεν είναι πλέον ικανοποιητικές».

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στο Ηράκλειο

Στα ανοιχτά του Ηρακλείου, οι ψαράδες βγάζουν ψάρια ανάλογα με την περίοδο που ψαρεύουν. Από μπαρμπούνια και κουτσομούρες μέχρι γόπες. «Η αγορά είναι πλέον περιορισμένη. Αν εξαιρέσουμε τις ψαροταβέρνες του Ηρακλείου, στις οποίες τα διοχετεύουμε, κατά τα άλλα μια μικρή ποσότητα μένει για να τη διαθέσουμε στην ψαραγορά», λέει ο πρόεδρος των Επαγγελματιών Αλιέων Ηρακλείου, Μανώλης Μαντζαράκης.