Σπ. Πρωτοψάλτης: Από τη διαπίστωση στην εφαρμογή – H επόμενη μέρα της ευρωπαϊκής αλιευτικής πολιτικής

Άρθρο του Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων , Σπύρου Πρωτοψάλτη:
Η πρόσφατη αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, καθώς και οι συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Λευκωσία, στο πλαίσιο του ‘Ατυπου Συμβουλίου Υπουργών Γεωργίας και Αλιείας της ΕΕ και του MedFish4Ever, έρχονται σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή αλιεία, τη Μεσόγειο και τις παράκτιες κοινωνίες μας. Στις εργασίες, στις οποίες συμμετείχα μαζί με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά, αναδείχθηκε με σαφήνεια η ανάγκη να μη μείνουν οι αγρότες και οι αλιείς μας απροστάτευτοι απέναντι στις διαδοχικές κρίσεις. Οι κρίσεις — οικονομικές, κλιματικές, γεωπολιτικές και περιβαλλοντικές — αποτελούν πλέον τη νέα κανονικότητα, απαιτώντας γρήγορα αντανακλαστικά, αλλά και έμφαση στην πρόληψη, στη βιωσιμότητα και στην ανθεκτικότητα. Η αξιολόγηση αυτή δεν είναι μια τυπική αποτίμηση ενός κανονιστικού πλαισίου. Είναι ένας καθρέφτης της πραγματικότητας: έχουμε κάνει βήματα, αλλά δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί που πρέπει.
Η εικόνα που παρουσιάζεται είναι μικτή. Από τη μία πλευρά, αναγνωρίζεται πρόοδος στη μείωση της υπεραλίευσης, στην ενίσχυση της επιστημονικής τεκμηρίωσης και στη βελτίωση της διακυβέρνησης. Περισσότερα ιχθυαποθέματα αλιεύονται πλέον σε βιώσιμα επίπεδα, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα αυστηρότερα πλαίσια διεθνώς για τη διαχείριση της αλιείας και την προστασία των θαλάσσιων βιολογικών πόρων. Από την άλλη, η ανάκαμψη πολλών ιχθυαποθεμάτων παραμένει πιο αργή από το αναμενόμενο, τα οικονομικά οφέλη για τον κλάδο δεν υλοποιήθηκαν στον βαθμό που είχε προβλεφθεί και οι αλιείς συνεχίζουν να πιέζονται από αυξημένα λειτουργικά κόστη, γήρανση του στόλου και περιορισμένη ελκυστικότητα του επαγγέλματος για τις νέες γενιές.
Το βασικό συμπέρασμα, όμως, είναι ακόμη πιο ουσιαστικό: το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο, ούτε κυρίως, στον σχεδιασμό της πολιτικής. Βρίσκεται στην εφαρμογή. Η καλύτερη πολιτική χάνει την αξία της όταν δεν εφαρμόζεται με συνέπεια, όταν οι κανόνες δεν ελέγχονται ισότιμα και όταν τα κράτη μέλη δεν κινούνται με την ίδια αποφασιστικότητα. Ιδίως στη Μεσόγειο, όπου τα αποθέματα, οι πιέσεις και οι δραστηριότητες δεν σταματούν στα εθνικά όρια, καμία χώρα δεν μπορεί να πετύχει μόνη της.
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η μικρή παράκτια αλιεία είναι μέρος της κοινωνικής συνοχής, της νησιωτικότητας, της τοπικής οικονομίας και της ταυτότητας εκατοντάδων παράκτιων και νησιωτικών περιοχών. Δεν είναι τυχαίο ότι το 80% των αλιέων μας δραστηριοποιείται στη μικρή παράκτια αλιεία. Σε μια χώρα με εκτεταμένη ακτογραμμή, χιλιάδες νησιά και έναν στόλο που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μικρά παράκτια σκάφη, οι ευρωπαϊκές πολιτικές πρέπει να μπορούν να εφαρμόζονται στην πράξη, χωρίς να μετατρέπονται σε δυσανάλογο διοικητικό βάρος.
Αυτό δεν σημαίνει λιγότερη προστασία. Σημαίνει πιο έξυπνη, πιο απλή και πιο αποτελεσματική προστασία. Η επιστημονική τεκμηρίωση πρέπει να παραμένει η βάση κάθε απόφασης. Ταυτόχρονα, όμως, οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις των μέτρων πρέπει να λαμβάνονται ισότιμα υπόψη. Δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη αλιεία χωρίς υγιή ιχθυαποθέματα. Αλλά δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ζωντανή παράκτια αλιεία χωρίς αλιείς, χωρίς νέους ανθρώπους στον κλάδο, χωρίς σύγχρονα σκάφη, χωρίς πρόσβαση στην αγορά και χωρίς δίκαιους όρους ανταγωνισμού.
Ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα είναι οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού με τρίτες χώρες. Οι ευρωπαίοι αλιείς και παραγωγοί λειτουργούν κάτω από αυστηρές απαιτήσεις, που συχνά αυξάνουν το κόστος παραγωγής. Είναι αυτονόητο ότι τα προϊόντα που εισέρχονται στην ευρωπαϊκή αγορά, αλλά και οι δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές κοινών αποθεμάτων, πρέπει να διέπονται από αντίστοιχα πρότυπα ελέγχου, συμμόρφωσης και ιχνηλασιμότητας. Η αντιμετώπιση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση δικαιοσύνης, βιωσιμότητας και θεμιτού ανταγωνισμού.
Παράλληλα, η υδατοκαλλιέργεια αποτελεί στρατηγικό τομέα για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Η ΕΕ αναγνωρίζει ότι ο κλάδος δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του. Για τη χώρα μας, που διαθέτει δυναμική παραγωγή υψηλής ποιότητας, η βιώσιμη ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επισιτιστική επάρκεια, στις εξαγωγές και στην ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών, με σαφείς κανόνες, περιβαλλοντική υπευθυνότητα και κοινωνική αποδοχή.
Η συζήτηση για την Κοινή Αλιευτική Πολιτική συνδέεται άμεσα και με το μέλλον της Μεσογείου. Η Διακήρυξη MedFish4Ever της Μάλτας, που υπογράφηκε το 2017, έθεσε ένα πλαίσιο κοινής δράσης για βιώσιμη αλιεία και υδατοκαλλιέργεια. Καθώς πλησιάζουμε την επέτειο των δέκα ετών και τη νέα φάση των δεσμεύσεων, το ερώτημα είναι σαφές: θα μείνουμε στις διαπιστώσεις ή θα περάσουμε σε πιο συντονισμένη εφαρμογή;
Η Ελλάδα απαντά καθαρά. Χρειαζόμαστε μια Κοινή Αλιευτική Πολιτική πιο απλή, πιο ισορροπημένη και πιο αποτελεσματική. Με λιγότερη γραφειοκρατία, περισσότερη εφαρμογή, ισχυρότερους ελέγχους, στήριξη της μικρής παράκτιας αλιείας, ενεργειακή μετάβαση του στόλου, ανάπτυξη της υδατοκαλλιέργειας και πραγματικούς ισότιμους όρους ανταγωνισμού.
Η βιωσιμότητα της αλιείας δεν είναι θεωρητικός στόχος. Είναι όρος επιβίωσης για τις θάλασσές μας, για τους ανθρώπους που ζουν από αυτές και για τις επόμενες γενιές. Και γι’ αυτό η επόμενη μέρα δεν μπορεί να είναι απλώς μια νέα ευρωπαϊκή συζήτηση. Πρέπει να είναι μια νέα φάση ευθύνης, συνεργασίας και αποτελεσμάτων.









