Μαρόκο: Μετανάστες από τη Δυτική Αφρική καλύπτουν το κενό στην αγροτική εργασία

Στις εύφορες αγροτικές περιοχές του Μαρόκου, η έλλειψη εργατικών χεριών αλλάζει ριζικά τη δομή της αγροτικής παραγωγής, καθώς ολοένα και περισσότεροι μετανάστες από την υποσαχάρια Αφρική καλύπτουν τα κενά που αφήνουν οι Μαροκινοί εργαζόμενοι. Οι εκτεταμένες καλλιέργειες θερμοκηπίου που εκτείνονται στις πεδιάδες του Σους-Μάσα, νότια της Αγκαντίρ, αποτελούν πλέον βασικό πεδίο απασχόλησης για χιλιάδες εργάτες από χώρες της Δυτικής Αφρικής.
Η τάση αυτή συνδέεται με τη βαθύτερη μεταμόρφωση του Μαρόκου από χώρα διέλευσης μεταναστών προς την Ευρώπη σε χώρα εγκατάστασης και εργασίας. Πολλοί μετανάστες που αρχικά στόχευαν να φτάσουν στην Ευρώπη παραμένουν πλέον στο Μαρόκο, είτε λόγω αυστηρότερων συνοριακών ελέγχων είτε λόγω των ευκαιριών απασχόλησης στον αγροτικό τομέα.
Πυλώνας της οικονομίας
Η αγροτική παραγωγή της χώρας, ιδιαίτερα στις πεδιάδες Chtouka, αποτελεί σημαντικό πυλώνα της οικονομίας, με πάνω από 24.000 εκτάρια θερμοκηπίων να παράγουν την πλειονότητα των εξαγωγών φρούτων και λαχανικών. Οι εξαγωγές του τομέα αυξήθηκαν σημαντικά το τελευταίο έτος, ενισχύοντας τη σημασία της γεωργίας για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Ωστόσο, ο κλάδος αντιμετωπίζει έντονη έλλειψη εργατικού δυναμικού. Οι επαναλαμβανόμενες ξηρασίες των τελευταίων ετών και η αστικοποίηση έχουν οδηγήσει πολλούς νέους Μαροκινούς να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να στραφούν στις πόλεις, όπου οι ευκαιρίες απασχόλησης στις κατασκευές και τις υπηρεσίες είναι περισσότερες. Ως αποτέλεσμα, η γεωργία έχει χάσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ σήμερα μόνο ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού παραμένει στον πρωτογενή τομέα.
Υψηλότερες αμοιβές
Οι εργάτες που παραμένουν στον κλάδο ζητούν υψηλότερες αμοιβές ή προτιμούν αμοιβή με βάση την παραγωγή, γεγονός που αυξάνει το κόστος εργασίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ημερομίσθια φτάνουν επίπεδα που είναι απαγορευτικά για πολλούς αγρότες, καθιστώντας τους μετανάστες από την υποσαχάρια Αφρική μια πιο οικονομική επιλογή.
Οι μετανάστες αυτοί εργάζονται κυρίως σε θερμοκήπια εντατικών καλλιεργειών, όπως ντομάτες, φράουλες και μύρτιλα, προϊόντα που προορίζονται κυρίως για εξαγωγή. Αν και μεγάλο μέρος της απασχόλησης παραμένει άτυπο, χιλιάδες μετανάστες έχουν αποκτήσει νόμιμο καθεστώς τα τελευταία χρόνια, επιτρέποντας σε ορισμένους να ενταχθούν πιο σταθερά στην αγορά εργασίας.
Η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και των μεγάλων έργων υποδομής στο Μαρόκο, ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου ποδοσφαίρου του 2030, αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τη μετακίνηση εργατικού δυναμικού προς τις πόλεις, επιδεινώνοντας την έλλειψη αγροτικών εργατών. Αναλυτές και επαγγελματίες του κλάδου προειδοποιούν ότι η τάση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της γεωργίας.
Παράλληλα, οι κοινωνικές συνθήκες για τους μετανάστες παραμένουν δύσκολες, με πολλούς να ζουν σε πρόχειρους οικισμούς και να εργάζονται υπό επισφαλείς συνθήκες. Ορισμένοι σκοπεύουν να παραμείνουν μόνιμα στο Μαρόκο, ενώ άλλοι συνεχίζουν να βλέπουν την Ευρώπη ως τελικό τους προορισμό, παρά τις δυσκολίες.
Η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ένα αγροτικό μοντέλο που στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στη μεταναστευτική εργασία, σε μια περίοδο όπου οι δημογραφικές αλλαγές, η αστικοποίηση και οι οικονομικές πιέσεις αναδιαμορφώνουν τον χάρτη της αγροτικής παραγωγής στο Μαρόκο.








