Καρπούζι: Όψιμη δείχνει να είναι η φετινή χρονιά λόγω καιρικών συνθηκών

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται η καλλιέργεια του καρπουζιού σε όλη τη χώρα, με την εικόνα του κλάδου να διαφοροποιείται ανά περιοχή και καλλιεργητικό στάδιο. Αυτή την περίοδο ολοκληρώνεται η συγκομιδή των πρώιμων καρπουζιών στις θερμοκηπιακές καλλιέργειες, συνεχίζεται η ανάπτυξη των φυτών στις καλλιέργειες χαμηλής κάλυψης με νάιλον, ενώ παράλληλα ολοκληρώνονται και οι τελευταίες υπαίθριες φυτεύσεις.
Οι καιρικές συνθήκες που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της άνοιξης επηρέασαν σημαντικά την πορεία της καλλιέργειας. Οι χαμηλές θερμοκρασίες και η αυξημένη υγρασία που καταγράφηκαν σε αρκετές περιοχές της χώρας προκάλεσαν καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των φυτών, αλλά και προβλήματα φυτοπροστασίας, δημιουργώντας ανησυχία στους παραγωγούς για τις τελικές αποδόσεις. Παράλληλα, το υψηλό κόστος παραγωγής εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προβληματισμούς για τον κλάδο.
Στην Ηλεία, όπου παραδοσιακά παράγονται σημαντικές ποσότητες πρώιμου καρπουζιού, η συγκομιδή των θερμοκηπιακών καλλιεργειών βρίσκεται στο τελικό της στάδιο. Ο παραγωγός καρπουζιών Σωτήρης Κακαλέτρης, από τη Γαστούνη, επισημαίνει ότι οι αποδόσεις εμφανίζονται μειωμένες σε σχέση με άλλες χρονιές, κυρίως λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικράτησαν κατά τη διάρκεια της καλλιέργειας.
Όπως αναφέρει, «οι χαμηλές θερμοκρασίες καθυστέρησαν την ανάπτυξη των φυτών, ενώ η αγορά εξακολουθεί να κινείται με συγκρατημένους ρυθμούς, καθώς η κατανάλωση του καρπουζιού αυξάνεται όταν ανεβαίνει αισθητά η θερμοκρασία». Παρ’ όλα αυτά, οι τιμές παραγωγού εμφανίζονται ελαφρώς βελτιωμένες σε σχέση με πέρυσι, καθώς αυτή την περίοδο κυμαίνονται περίπου στα 60 λεπτά το κιλό, έναντι 50 λεπτών την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους παραγωγούς παραμένει η συνεχής αύξηση του κόστους παραγωγής. «Η επιβάρυνση από τα καύσιμα, τα λιπάσματα, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και τα εργατικά αυξάνει σημαντικά το συνολικό κόστος, δυσκολεύοντας τον οικονομικό προγραμματισμό των εκμεταλλεύσεων».
Μακρυχώρι Λάρισας – Ο καιρός τα έφερε πίσω
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στη Θεσσαλία. Στο Μακρυχώρι Λάρισας, ο παραγωγός Γιώργος Σεληκούνας κάνει λόγο για μια ιδιαίτερα όψιμη χρονιά, επισημαίνοντας ότι η συγκομιδή αναμένεται να ξεκινήσει στις αρχές του επόμενου μήνα, ενώ άλλες χρονιές είχε ήδη αρχίσει από τα μέσα Μαΐου. Ο κ. Σεληκούνας εφαρμόζει σύστημα προγραμματισμένων φυτεύσεων, προκειμένου να εξασφαλίζει συνεχή παρουσία του προϊόντος στην αγορά καθ’ όλη τη διάρκεια της καταναλωτικής περιόδου. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στις πρώιμες παραγωγές, οι οποίες παραδοσιακά εξασφαλίζουν καλύτερες εμπορικές τιμές.
Ωστόσο, όπως εξηγεί, «η αυξημένη υγρασία δημιούργησε συνθήκες ανάπτυξης ασθενειών, προκαλώντας απώλειες στην παραγωγή και επηρεάζοντας τις τελικές αποδόσεις».Παρά τις δυσκολίες, εκτιμά ότι οι όψιμες φυτεύσεις θα παρουσιάσουν καλύτερη εικόνα, καθώς «οι υψηλότερες θερμοκρασίες των επόμενων εβδομάδων αναμένεται να βοηθήσουν στην ομαλή ανάπτυξη των φυτών».
Στην περιοχή, πάντως, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις παρέμειναν σχεδόν σταθερές, παρά το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής έχει πλέον ξεπεράσει τα 1.000 ευρώ ανά στρέμμα, χωρίς να διαφαίνεται αντίστοιχη αύξηση στις τιμές πώλησης του προϊόντος.
Θεσσαλονίκη – Ολοκληρώθηκαν οι φυτεύσεις των υπαίθριων καρπουζιών
Στην Κεντρική Μακεδονία, οι υπαίθριες φυτεύσεις ολοκληρώνονται αυτή την περίοδο, με το ενδιαφέρον να στρέφεται κυρίως στις εξαγωγές προς τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης. Ο παραγωγός Αντώνης Σαμανδράς, από τα Κουφάλια, ο οποίος συμμετέχει σε οργανωμένο δίκτυο παραγωγής και εμπορίας, αναφέρει ότι οι πρώτες κοπές αναμένονται στις αρχές Αυγούστου.
Όπως εξηγεί, «η καλλιέργεια βασίζεται κυρίως σε εμβολιασμένα φυτά, με στόχο την παραγωγή μεγάλων καρπουζιών τύπου “βαρέλας”, τα οποία μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και τα 15 κιλά. Πρόκειται για προϊόν που απευθύνεται κυρίως στις αγορές της Δυτικής Ευρώπης, όπου το καρπούζι διατίθεται συχνά κομμένο σε τεμάχια».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η σωστή διαχείριση της καλλιέργειας μπορεί να αποδώσει από 8 έως και 10 τόνους ανά στρέμμα. Ωστόσο, οι χαμηλές τιμές παραγωγού και το υψηλό εργατικό κόστος εξακολουθούν να περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους για τους παραγωγούς, οι οποίοι καλούνται να διατηρήσουν ανταγωνιστικό το ελληνικό καρπούζι στις απαιτητικές ευρωπαϊκές αγορές.








