Αλέξης Χαρίτσης: Ψηλά στην ατζέντα μας τα ζητήματα της αγροτικής παραγωγής και της υπαίθρου

Η Νέα Αριστερά είναι το μόνο κόμμα που κατέθεσε πρόταση για την ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας

του Αλέξη Χαρίτση,
προέδρου Νέας Αριστεράς

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις των προηγούμενων μηνών αμφισβήτησαν ευθέως την αγροτική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, έθεσαν ένα μείζον ερώτημα, με το οποίο η κυβέρνηση δεν κατάφερε να αναμετρηθεί επιτυχώς και παραμένει αναπάντητο: Είναι το αγροτικό επάγγελμα βιώσιμο με δεδομένη τη σημερινή πολυκρίση και τη μείωση του αγροτικού εισοδήματος;

Ας σκεφτούμε με τι έρχονται αντιμέτωποι οι παραγωγοί: Κλιματική κρίση, ενεργειακό κόστος, πολεμικές συγκρούσεις που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της παραγωγής, αδασμολόγητες εισαγωγές προϊόντων. Και, φυσικά, με την πληθωριστική κρίση· μια κρίση που η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει όπως πρέπει, μεταξύ άλλων, με έλεγχο των ολιγοπωλίων και των καρτέλ μεσαζόντων, πραγματική μείωση του ΦΠΑ, εκδημοκρατισμό της ενεργειακής παραγωγής και χώρο στο δίκτυο για ενεργειακές κοινότητες παραγωγών. Στα προβλήματα αυτά, έρχονται να προστεθούν η μείωση των πόρων και η κακή λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ και του ΕΛΓΑ, που δεν επιτρέπουν στον αγροτικό κόσμο ούτε έναν στοιχειώδη προγραμματισμό.

Η Νέα Αριστερά εξαρχής έθεσε ψηλά στην ατζέντα της τα ζητήματα της αγροτικής παραγωγής και της υπαίθρου. Αυτά τα δύο, άλλωστε, είναι αλληλένδετα. Η υποβάθμιση της ζωής στην ελληνική επαρχία, το συνεχώς διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα σε αστικά κέντρα και περιφέρεια και το χαμηλό αγροτικό εισόδημα οδηγούν τους νέους ανθρώπους να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο.

Σκεφτείτε την πρόσφατη μεγάλη καταστροφή στη Θεσσαλία, την παραγωγική καρδιά της χώρας μας και το γεγονός ότι, οκτώ μήνες μετά, ουσιώδεις διαστάσεις της αποκατάστασης (αποζημιώσεις, αποκατάσταση ζημιών σε υποδομές και δίκτυα, απομάκρυνση των φερτών υλικών) δεν έχουν τελεσφορήσει.

Βάρος, συνολικά, πρέπει να δοθεί στην ενδυνάμωση των τοπικών δικτύων παραγωγών-καταναλωτών, στην ανάπτυξη προγραμμάτων αξιοποίησης τοπικών αγροδιατροφικών προϊόντων, τη δημιουργία τοπικών παραγωγικών, διατροφικών συστημάτων με ισχυρές αγροσυνέργειες και διακλαδικές συνδέσεις

Προτεραιότητες αναπτυξιακού σχεδίου

Η Νέα Αριστερά είναι το μόνο κόμμα που κατέθεσε πρόταση για την ανασυγκρότηση της Θεσσαλίας στον αντίποδα του εξαιρετικά προβληματικού κυβερνητικού master plan που συνέταξε χωρίς διαβούλευση ολλανδική εταιρεία, η οποία μάλιστα δήλωσε ότι είναι έτοιμη να επενδύσει στην περιοχή στη βάση των προτάσεων που περιλαμβάνονται σε αυτό – ο ορισμός της σύγκρουσης συμφερόντων. Ένα κυβερνητικό master plan που προτείνει, μεταξύ άλλων, την ιδιωτικοποίηση του φορέα διαχείρισης του νερού, επιτρέποντας μια άγνωστη τιμολογιακή πολιτική για την άρδευση, όπως και τη διάλυση όσων καλλιεργειών θεωρούνται κοστοβόρες.

Αντίθετα, μακροπρόθεσμος στόχος του αναπτυξιακού σχεδίου της Νέας Αριστεράς –πέρα από τις άμεσες και βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις: την τριετή προστασία των πληγέντων, τα έργα διασφάλισης της ανθεκτικότητας «με βάση τη φύση», τη βιώσιμη διαχείριση υδάτων– είναι η διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού-καταναλωτικού υποδείγματος. Σε αυτό είναι κεφαλαιώδους σημασίας η αγροτική ανάπτυξη με επανατοπικοποίηση της παραγωγής και ενίσχυση της κτηνοτροφίας, με βραχείες αλυσίδες αξίας, χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, λειτουργικές διακλαδικές συνδέσεις και προέκταση μέχρι τη γαστρονομία και τον τουρισμό.

Θα μπορούσε να επιτευχθεί μια αντιστροφή; Θα μπορούσε ο αστικός πληθυσμός να είναι αυτός που στρέφεται στον αγροτικό χώρο; Αυτό θα συνιστούσε πραγματική δημογραφική ανανέωση του αγροτικού επαγγέλματος και της υπαίθρου. Η Ισπανία τα τελευταία χρόνια στοχεύει με μέτρα σε αυτή την κατεύθυνση. Αυτό απαιτεί κίνητρα από συνδυασμένα χρηματοδοτικά εργαλεία: αύξηση και δίκαιη κατανομή των πόρων υπέρ των νέων γεωργών· υπέρ δυναμικών συλλογικών σχημάτων, συνεταιριστικών και ομάδων παραγωγών· υπέρ των μεσαίων και μικρών εκμεταλλεύσεων.

Βάρος, συνολικά, πρέπει να δοθεί στην ενδυνάμωση των τοπικών δικτύων παραγωγών-καταναλωτών, στην ανάπτυξη προγραμμάτων αξιοποίησης τοπικών αγροδιατροφικών προϊόντων, τη δημιουργία τοπικών παραγωγικών, διατροφικών συστημάτων με ισχυρές αγροσυνέργειες και διακλαδικές συνδέσεις. Και, φυσικά, χρειάζεται αναβάθμιση των γεωργικών σχολών και επικαιροποίηση των προγραμμάτων επιμόρφωσης.

Ουσιαστική προϋπόθεση, ωστόσο, είναι η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Αν η αγροτική παραγωγή παραπαίει μεταξύ ερημοποίησης, εξάντλησης του υδροφόρου ορίζοντα, πυρκαγιών και πλημμυρών, τότε καμιά αναστροφή της τάσης εξόδου από το αγροτικό επάγγελμα δεν θα καταφέρουμε.

Η Πράσινη Μετάβαση είναι αναγκαία και επιβεβλημένη. Οι στόχοι είναι ρεαλιστικοί και κάτι περισσότερο: Είναι αναγκαίοι για την αντιστροφή της κλιματικής δυστοπίας. Εκείνο που πρέπει να διασφαλιστεί είναι η μετάβαση αυτή να είναι κοινωνικά δίκαιη και να μη δημιουργεί νέες ανισότητες. Άρα, κρίσιμη παράμετρος είναι η κοινωνική συνιστώσα της Πράσινης Μετάβασης. H εφαρμογή πράσινων πολιτικών, και στο πλαίσιο της ΚΑΠ, δεν μπορεί να έχει τιμωρητικό, αλλά ενθαρρυντικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί οι αγρότες να γίνουν τα θύματα της Πράσινης Μετάβασης.

Πέραν, όμως, της «πράσινης επανάστασης», καταλυτική για την αύξηση της παραγωγικότητας, τη βελτιωμένη εφαρμογή εισροών, την εξοικονόμηση πόρων είναι η «ψηφιακή επανάσταση» στην αγροτική παραγωγή. Συχνά, ωστόσο, ανάλογες εφαρμογές είναι πέραν των οικονομικών δυνατοτήτων των παραγωγών. Απαιτείται αξιοποίηση όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων για χαμηλότοκη χρηματοδότηση των αγροτών με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου. Διαφορετικά, το χάσμα στο αγροτικό εισόδημα μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης θα εξακολουθεί να διευρύνεται δυσανάλογα και οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής γεωργίας θα εντείνονται.

Οι σημερινές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας παραγωγής βρίσκονται στον πυρήνα των προτεραιοτήτων της Νέας Αριστεράς. Οι προκλήσεις αυτές δεν αφορούν μόνο τους παραγωγούς. Καμία ουσιαστική παραγωγική πολιτική που να αφορά τον πρωτογενή τομέα δεν προωθείται αυτήν τη στιγμή σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Αν συνεχίσουμε, όμως, να αγνοούμε την αναβάθμιση του πρωτογενούς τομέα και να αντιμετωπίζουμε με απαξίωση και συγκατάβαση τους παραγωγούς, φοβάμαι ότι η επισιτιστική πρόκληση θα είναι η επόμενη κρίση με την οποία θα έρθουμε όλοι αντιμέτωποι.