Αυτό το άρθρο είναι 11 μηνών

Αποκλειστικά η πρώτη επίσημη εκτίμηση ανά ΔΑΟΚ: Στα 2/3 της περσινής η νέα παραγωγή ελαιολάδου

Η 2η χειρότερη χρονιά της τελευταίας επταετίας
19.07.2023
9' διάβασμα
apokleistika-i-proti-episimi-ektimisi-ana-daok-sta-2-3-tis-persinis-i-nea-paragogi-elaioladou-297385

H «ΥΧ» παρουσιάζει κατ’ αποκλειστικότητα τα επίσημα στοιχεία για τη χώρα μας, όσον αφορά την επερχόμενη παραγωγή του πιο εμβληματικού ελληνικού προϊόντος και ενός από τα πιο καίρια για τις ελληνικές εξαγωγές και κατ’ επέκταση την οικονομία της χώρας, του ελαιολάδου.

Όπως έχει καταγραφεί και από τα συνεχή ρεπορτάζ της εφημερίδας μας, τα μηνύματα που έρχονται από τις κατά τόπους ελαιοκομικές περιοχές κάθε άλλο παρά αισιόδοξα είναι.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, τόσο η περσινή υπερπαραγωγή και κατά συνέπεια το φαινόμενο της παρενιαυτοφορίας, όσο και οι κλιματικές συνθήκες των τελευταίων μηνών (παρατεταμένες βροχοπτώσεις, απότομες και μεγάλες αλλαγές στη θερμοκρασία κ.ά.) οδηγούν σε ακαρπία και πολύ σημαντική μείωση παραγωγής.

Στα 2/3 της περσινής παραγωγής, η εκτίμηση για τη νέα σεζόν

Το μεγάλο ερώτημα είναι σε ποια επίπεδα αναμένεται να φτάσει τελικά η παραγωγή της σεζόν 2023/2024. Με βάση τις πρώτες εκτιμήσεις των ΔΑΟΚ της χώρας και του ΥΠΑΑΤ, που κοινοποιήθηκαν στην Κομισιόν και αφορούν τη νέα ελαιοκομική περίοδο 2023/2024, η εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε μόλις 215.289 τόνους, ποσότητα δηλαδή που αντιστοιχεί στο 63,56% της παραγωγής της σεζόν 2022/2023, η οποία τελικά άγγιξε τους 339.000 τόνους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετές περιοχές της χώρας, που πρωταγωνιστούν στην παραγωγή ελαιολάδου, παρουσιάζουν αυτή την εικόνα των «δύο τρίτων», όπως για παράδειγμα τα Χανιά, η Λακωνία και η Ηλεία, όπως φαίνεται και στη γραφική απεικόνιση της επερχόμενης παραγωγής.

Από το 2015 μέχρι σήμερα, μόνο μία σεζόν επέδειξε χειρότερη επίδοση και συγκεκριμένα η καταστροφική 2018/2019, όπου η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από το ψυχολογικό –και ουσιαστικό– όριο των 200.000 τόνων. Τότε μάλιστα η ιστορική αρνητική αυτή επίδοση είχε συνδυαστεί με υπερπαραγωγή των Ισπανών, γεγονός που είχε δημιουργήσει συνθήκες τεράστιας πίεσης για τις εγχώριες τιμές παραγωγού. Ωστόσο, αρνητική ήταν και η σεζόν 2021/2022, με παραγωγή 235.000 τόνων (εκτίμηση Κομισιόν).

Αυτήν τη φορά, τα δεδομένα είναι διαφορετικά, σύμφωνα και με όσα έχει καταγράψει το ρεπορτάζ της «ΥΧ». Φέτος, οι διαφαινόμενες τεράστιες απώλειες, ιδιαίτερα σε ορισμένες κορυφαίες παραγωγικά περιοχές, όπως το Ηράκλειο της Κρήτης, αλλάζουν τα δεδομένα. Το θετικό είναι ότι ούτε η Ισπανία φαίνεται να ανακάμπτει από την περσινή καταστροφική χρονιά που βίωσε, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά κρίσιμο το φρέσκο ελληνικό λάδι να βγει ποιοτικό, ώστε να αξιοποιηθεί η τρέχουσα ευνοϊκή συγκυρία.

Τεράστιες απώλειες στην Κρήτη, άτρωτη η Μεσσηνία

Όπως φαίνεται και από την απεικόνιση με τις εκτιμήσεις της παραγωγής ανά τις ελαιοκομικές περιοχές:

Στην Κρήτη, οι μεγαλύτερες απώλειες εκτιμάται ότι θα λάβουν χώρα στην Περιφερειακή Ενότητα Λασιθίου (8.000 έναντι 18.000 τόνων το 2022/2023, δηλαδή μείωση σχεδόν 60%) και στην ΠΕ Ηρακλείου, όπου η εκτίμηση δείχνει παραγωγή 30.000 τόνων έναντι 55.000 τόνων το 2022/2023, μείωση δηλαδή περίπου 45% σε σύγκριση με πέρσι.

Στην Πελοπόννησο, τεράστιες απώλειες αναμένονται στις ΠΕ Κορινθίας (3.300 τόνοι έναντι 7.500 τόνων) και Αργολίδας (3.000 έναντι 5.800 τόνων). Στον αντίποδα, οι εκτιμήσεις για τη Μεσσηνία αναφέρουν ότι η παραγωγή θα παραμείνει ανεπηρέαστη, καθιστώντας την περιοχή μία από τις ελάχιστες στη χώρα που αναμένεται να δώσει ακόμα περισσότερο ελαιόλαδο σε σύγκριση με πέρσι (30.000 τόνους έναντι 28.000).

Η Λέσβος εκτιμάται ότι θα πέσει στους 6.000 τόνους από τους 10.000 της περασμένης χρονιάς, δηλαδή θα υπάρξει μείωση που αναμένεται να φτάσει το 40%. Μεγάλο φαίνεται πως είναι το πρόβλημα στην Κέρκυρα, όπου η εκτίμηση για τη σεζόν 2023/2024 κάνει λόγο για μόλις 6.000 τόνους, έναντι 15.000 τόνων το 2022/2023.

Καταστροφική δείχνει η εικόνα της Μαγνησίας, με 500 τόνους έναντι 7.500 τόνων την περασμένη σεζόν.

Τούτων λεχθέντων, το φετινό «top 5» της εγχώριας παραγωγής απαρτίζεται από τις περιοχές της Μεσσηνίας, του Ηρακλείου (αμφότερες με 30.000 τόνους), της Τριφυλίας (22.000 τόνοι), της Ηλείας (19.500 τόνοι) και των Χανίων (19.000 τόνοι). Τη δεκάδα συμπληρώνουν η Λακωνία (18.000 τόνοι), το Λασίθι (8.000 τόνοι), η Κέρκυρα, η Λέσβος και το Ρέθυμνο (όλες με 6.000 τόνους).

Τα αίτια της φετινής βουτιάς

Η «ΥΧ» συνομίλησε με γεωπόνους ελαιοπαραγωγικών περιοχών, σε μια προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα σε ποιους παράγοντες οφείλονται οι τεράστιες μειώσεις της επερχόμενης παραγωγής. Ο διευθυντής της ΔΑΟΚ Ηρακλείου, Μανόλης Φιλίππου, μας παρέπεμψε στην ανακοίνωση της Περιφέρειας Κρήτης που δημοσιεύθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου, σχετικά με την εξέλιξη της δακοκτονίας. «Αναμένουμε περίπου το 35% της παραγωγής σε σύγκριση με μια υψηλή παραγωγική χρονιά, όπως ήταν η περσινή. Μια τυπική παραγωγή για τον νομό είναι από 40.000 έως 50.000 τόνοι. Η ανατολική πλευρά του νομού είναι αυτή που υποφέρει περισσότερο», τόνισε.

Ο διευθυντής της ΕΣΑΚ (Ένωση Κέρκυρας), γεωπόνος Σταύρος Σταυρόπουλος, δήλωσε ότι «λόγω κυρίως του φαινομένου της παρενιαυτοφορίας, αλλά και των δυσμενών κλιματικών φαινομένων, πάμε για ακαρπία».

Αναφορικά με τα αίτια των απωλειών και τις επιπτώσεις τους στην επερχόμενη παραγωγή, οι γεωπόνοι της Περιφέρειας Κρήτης τα συνοψίζουν στα εξής:

✱ Οι περιβαλλοντικές συνθήκες συνέτέλεσαν στην οψίμιση της παραγωγής, επιδρώντας αρνητικά στην καρπόδεση, με αποτέλεσμα την κατά τόπους εμφάνιση ακαρπίας και σχινοκαρπίας.

✱ Υπάρχει γενικευμένη εικόνα έντονα ανομοιόμορφης ανάπτυξης των καρπών.

✱ Η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται από χαμηλά ποσοστά καρποφορίας της ελιάς, με κατά τόπους εμφάνιση ακαρπίας, που έχει ως αποτέλεσμα την εξαίρεση από το πρόγραμμα δακοκτονίας αρκετών περιοχών των ΠΕ Χανίων και Λασιθίου και στη συνέχεια τοπικών κοινοτήτων των ΠΕ Ηρακλείου και Ρεθύμνου, όπου κριθεί αναγκαίο.

Κατά 40% αυξημένη εκτιμάται η φετινή ελαιοπαραγωγή

Στο 98,5% η πρόβλεψη της «ΥΧ» για την περσινή παραγωγή

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκτίμηση που είχε δημοσιεύσει πέρσι τον Σεπτέμβριο του 2022 (φύλλο 357) η «ΥΧ», σύμφωνα με ρεπορτάζ των ανταποκριτών της εφημερίδας σε όλη τη χώρα, προέβλεπε παραγωγή 333.000 τόνων, αριθμός που βρίσκεται εξαιρετικά κοντά στα επίσημα στοιχεία της Κομισιόν για τη χώρα μας. Σύμφωνα με αυτά, η παραγωγή της περιόδου 2022/2023 διαμορφώθηκε τελικά στους 338.710 τόνους.

Χάρη στην πολύ καλή ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά παραγωγή της περασμένης χρονιάς, αφενός οι ελληνικές εξαγωγές κατέγραψαν ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις, αφετέρου σημαντικός αριθμός παραγωγών πούλησαν στην αρχή της χρονιάς σε τιμές από 4 έως 5 ευρώ, με σημαντικά οφέλη για το εισόδημά τους. Επιπλέον, μια -μικρή- μερίδα είχε τη δυνατότητα να αποθηκεύσει ορισμένες ποσότητες και να τις κρατήσει σε περίπτωση ανόδου της τιμής. Αυτό τελικά συνέβη και μάλιστα ξεπερνώντας και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, γεγονός που απέφερε στους εν λόγω ελαιοκαλλιεργητές σημαντικά κέρδη.

Επιτραπέζια ελιά: Μεγάλες μειώσεις και κατά τόπους ακαρπία

Αρκετά μειωμένη, έως και μηδενική, προβλέπεται να είναι η καρποφορία των ελαιοδέντρων το 2023 (ελαιοκομική περίοδος 2023/2024), όπως δήλωσε στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο πρόεδρος της Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Επιτραπέζιας Ελιάς (ΔΟΕΠΕΛ), Γιώργος Ντούτσιας. Υπενθυμίζεται ότι η σεζόν 2022/2023 έκλεισε με υπερπαραγωγή ρεκόρ 445.000 τόνων ελαιοκάρπου επιτραπέζιων ποικιλιών.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «ΥΧ», οι εκτιμήσεις που καταγράφονται ενόψει της νέας σεζόν κάνουν λόγο για απώλειες παραγωγής άνω του 50% σε Θεσσαλία, Πελοπόννησο και Αιτωλοακαρνανία, ενώ ακόμα χειρότερη είναι η κατάσταση στη Χαλκιδική. Εκεί, οι απώλειες εκτιμάται ότι μπορούν να φτάσουν ακόμα και το 90% σε σύγκριση με την περασμένη σεζόν.