Η αύξηση του κόστους παραγωγής μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τους ελαιώνες στη Νότια Ευρώπη

✱ Σχεδόν στο διπλάσιο το 2023, επισημαίνουν οι Ισπανοί 
✱ Υψηλό και για τους Ιταλούς, παρότι υποχώρησε την τελευταία χρονιά

Η αύξηση του κόστους παραγωγής για τον τομέα του ελαιολάδου παραμένει, μαζί με την κλιματική αλλαγή και την επίδρασή της στους ελαιώνες, μία από τις κυριότερες προκλήσεις για τους καλλιεργητές των ευρωπαϊκών κρατών της Μεσογείου, σε μία, μάλιστα, δεύτερη συνεχή κακή χρονιά από άποψη όγκων, συμπεριλαμβανομένης για φέτος και της Ελλάδας.

Πρόσφατες έρευνες, τόσο στη μεγαλοπαραγωγό Ισπανία, όσο και στην Ιταλία, αναδεικνύουν για ακόμη μία φορά το υψηλό κόστος παραγωγής, ζήτημα που παραμένει κρίσιμο και για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, όπου κυριαρχεί ο παραδοσιακός ελαιώνας.

Δεν είναι λίγες οι φορές, μάλιστα, που στο εγχώριο ρεπορτάζ αναδεικνύεται η επιβάρυνση για τον Έλληνα παραγωγό, καθώς μπορεί φέτος το προϊόν να εξασφαλίζει ρεκόρ τιμής –που φτάνει έως και τρεις φορές υψηλότερα από άλλες χρονιές– όμως, είναι τέτοια η μείωση που αναμένεται στις ποσότητες που είναι άγνωστο τι θα αφήσει στο «ταμείο» του παραγωγού. Δεδομένων αυτών των συνθηκών, υπάρχουν φωνές που εκτιμούν ότι φέτος το εισόδημα του παραγωγού δεν αποκλείεται να κινηθεί στα ίδια επίπεδα με την περίοδο κατά την οποία το προϊόν πληρωνόταν με 3 ευρώ/κιλό.

Κόστος που υπερβαίνει τη μέση τιμή του προϊόντος καταγράφουν οι ελαιοκομικοί δήμοι της Ισπανίας

Από την Ισπανία, σύμφωνα με τα στοιχεία που έρχονται από τον Σύνδεσμο Ελαιοκομικών Δήμων (AEMO) και φιλοξενεί το Olive Oil Times, την τελευταία τριετία το κόστος για την παραγωγή ενός κιλού ελαιολάδου έχει σχεδόν διπλασιαστεί για τους παραγωγούς της Ιβηρικής.

Το 2023 φτάνει μεσοσταθμικά στα 6,22 ευρώ, ξεπερνώντας και τη μέση τιμή του προϊόντος (παρά τις αυξήσεις), η οποία τοποθετείται στα 5,85 ευρώ στην πηγή. «Δηλαδή, οι υψηλές τιμές του ελαιολάδου στην αγορά δεν αντισταθμίζουν την άνοδο του κόστους, καθώς και την αύξησή του που προκύπτει από τη χαμηλή σοδειά», σχολιάζει ο Σύνδεσμος, υπογραμμίζοντας τις μεγάλες διαφορές που καταγράφονται μεταξύ των παραδοσιακών ορεινών ελαιοκαλλιεργειών με τις εντατικές αρδευόμενες.

Στην πρώτη περίπτωση, το κόστος μπορεί να υπερβαίνει τα 10 ευρώ/κιλό έναντι των μόλις 3 ευρώ που μπορεί να είναι περίπου στη δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα με την ανάλυση, με τη σημείωση, βέβαια, ότι καταγράφεται σημαντική αύξηση του κόστους σε ολόκληρο τον τομέα τα τελευταία χρόνια.

Έως και τρεις φορές υψηλότερο το κόστος στα παραδοσιακά ορεινά συστήματα καλλιέργειας έναντι των εντατικών

Πληθωρισμός και αύξηση του κόστους των εισροών σε συνθήκες μειωμένης παραγωγής παραμένουν μεταξύ των κύριων αιτιών αυτής της ανόδου, επισημαίνουν οι ελαιοκομικοί δήμοι της Ισπανίας.

Για εργασίες που απαιτούνται τόσο στο χωράφι όσο και στο ελαιουργείο, έχει προβλεφθεί αύξηση του μισθολογικού κόστους κατά 9%, ενώ η αύξηση των γεωργικών εισροών, όπως λιπάσματα και φυτοϋγειονομικά προϊόντα, υπερβαίνει το 70% και η αντίστοιχη για την ενέργεια βρίσκεται κοντά στο 40%. Όλα αυτά, αν αθροιστούν και εφαρμοστούν στις διαφορετικές καλλιεργητικές εργασίες, ανεβάζουν την τιμή μονάδας κατά 32%.

Από το σταθμισμένο μέσο κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου των 2,42 ευρώ/κιλό το 2020 φτάνουμε στα 3,20 ευρώ/κιλό το 2023, ποσό, όμως, που θα ίσχυε σε κανονικά επίπεδα παραγωγής, δηλαδή 1,5 εκατ. τόνους κατά μέσο όρο. Κατά την περίοδο 2022/2023, αλλά και αυτή του 2023/2024 που ξεκίνησε, η ισπανική παραγωγή κινείται στο μισό μίας κανονικής, περίπου στους 750.000 τόνους, παράγοντας απολύτως καθοριστικός ως προς το κόστος.

«Οι ελαιοκαλλιεργητές πρέπει να διατηρούν ένα μεγάλο μέρος των καλλιεργητικών εργασιών, όπως το κλάδεμα, η λίπανση, η συντήρηση του εδάφους, οι φυτοϋγειονομικές ενέργειες, η άρδευση όπου χρειάζεται και η συγκομιδή», εξηγεί ο AEMO. Επομένως, αν υπολογιστούν τα κόστη ανά εκτάριο και διαιρεθούν με τη μειωμένη κατά το ήμισυ παραγωγή, το σταθμισμένο μέσο κόστος ανά κιλό ελαιολάδου αυξάνεται κατά 94%, από 3,20 σε 6,22.

Δεν είναι λίγες οι φορές που το ρεπορτάζ αναδεικνύει την επιβάρυνση για τον Έλληνα παραγωγό, καθώς μπορεί φέτος το προϊόν να εξασφαλίζει ρεκόρ τιμής, όμως είναι τέτοια η μείωση που αναμένεται στις ποσότητες που είναι άγνωστο τι θα αφήσει στο «ταμείο» του παραγωγού.

Αντίκτυπος από τις τιμές στην πρώτη ύλη στα λειτουργικά κόστη για τους Ιταλούς

Υψηλό κόστος παραγωγής το 2023 αναφέρει και το Ιταλικό Ινστιτούτο ISMEA σε έρευνά του για το πρώτο εννεάμηνο του έτους, εντοπίζοντας, ωστόσο, μία ελαφρά υποχώρηση το διάστημα αυτό σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, οπότε και κατέγραφε σημαντικές αυξήσεις.

Οι εισαγωγές έξτρα παρθένου ελαιολάδου, που είναι ζωτικής σημασίας για τον ιταλικό τομέα, μειώθηκαν σε όγκους κατά 25% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, όμως η αξία τους αυξήθηκε κατά 19%, αναφέρει, υπογραμμίζοντας την αύξηση τιμών στην πρώτη ύλη και τον αντίκτυπό τους στο λειτουργικό κόστος σε παραγωγούς και εμφιαλωτές.

Στη γειτονική χώρα, οι όγκοι φέτος προβλέπεται να υπερβούν εκείνους της προηγούμενης περιόδου, ωστόσο τα περιθώρια για τους παραγωγούς εξακολουθούν να είναι σχετικά μέτρια, όπως σχολιάζεται. Ανάκαμψη ως προς το κόστος παραγωγής, κατά την τρέχουσα σεζόν, προβλέπει ο πρόεδρος της Ένωσης Παραγωγών Italia Olivicola, Genaro Sicolo, μιλώντας σε τοπικά μέσα ενημέρωσης.

Ο ίδιος αναφέρεται και στο κόστος της ενέργειας, το οποίο επιβαρύνει ιδιαίτερα τις εργασίες άλεσης. «Μιλώντας με αριθμούς, πέρυσι οι τιμές ήταν στα 25 ευρώ ανά 100 κιλά. Σήμερα, σκαρφαλώνουν εύκολα μεταξύ 27 και 30 ευρώ», εξηγεί.