Δημήτρης Τσιόδρας (ΝΔ): Για μια ισορροπημένη Κοινή Αγροτική Πολιτική

Η «ΥΧ» απευθύνθηκε στις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, ζητώντας τους να τοποθετηθούν σχετικά με το τι θα πρέπει να περιμένει ο κόσμος της υπαίθρου από τις παρατάξεις τους ενόψει ευρωεκλογών. Η συνέχεια αυτή την εβδομάδα γίνεται με τον εκπρόσωπο της κυβερνώσας παράταξης.

του Δημήτρη Τσιόδρα, υποψήφιου ευρωβουλευτή ΝΔ,
δημοσιογράφου – δ/ντή γραφείου Τύπου πρωθυπουργού

Ηταν Μάρτιος του 2024. Ο θόρυβος από τις μηχανές των τρακτέρ και τα μαχητικά συνθήματα ακούγονταν ακόμη στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση έδωσε την πρώτη της απάντηση στο κύμα των κινητοποιήσεων, με την αναθεώρηση ορισμένων σημαντικών άρθρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, στην οποία αναθεώρηση διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η Ελλάδα, με προτάσεις που κατέθεσε ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Λευτέρης Αυγενάκης.

Η ΕΕ ικανοποίησε κάποια από τα αιτήματα των αγροτών, χωρίς να απομακρυνθεί πολύ από τη βασική στρατηγική της για τον πρωτογενή τομέα, αναβάλλοντας κάποιες κρίσιμες αποφάσεις για αργότερα. Και από αυτό ακριβώς το σημείο «αρχίζουν τα δύσκολα».

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, από το 1962, όταν θεσπίστηκε για πρώτη φορά, συνιστά ένα πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται σκληρά η έννοια της κεντρικής και ενιαίας επίλυσης ζητημάτων που απασχολούν ομάδες πολιτών της ΕΕ: Τα προβλήματα των αγροτών θεωρούνται λίγο-πολύ κοινά, είτε καλλιεργούν ζαχαρότευτλα στη Γερμανία είτε κριθάρι στον Ορχομενό Βοιωτίας. Στην πράξη όμως, υπάρχει μεγάλη ανομοιογένεια. Είναι προφανές ότι ο Έλληνας παραγωγός ασκεί το επάγγελμά του σε ένα εντελώς διαφορετικό οικονομικό, κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, από ό,τι ένας συνάδελφός του στη Γαλλία ή την Ολλανδία.

Οι διεργασίες για την αναθεώρηση της ΚΑΠ ανέδειξαν δύο αντίρροπες τάσεις. Από τη μία, την υποχρέωση προσαρμογής της κεντρικής ευρωπαϊκής στρατηγικής για τον αγροτικό τομέα, ώστε να καλυφθούν οι πραγματικές ανάγκες των παραγωγών και, από την άλλη, τις έντονες εθνικές διαφοροποιήσεις: Οι προτεραιότητες των Ευρωπαίων αγροτών ταυτίζονται μόνο σε κάποια βασικά ζητήματα, ενώ σε πολύ περισσότερα ποικίλλουν έντονα από χώρα σε χώρα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η υπόθεση θα απασχολεί την ΕΕ για πολύ καιρό ακόμα.

Εξίσωση με τρεις μεταβλητές

Σήμερα, οι Ευρωπαίοι –και, ασφαλώς, οι Έλληνες– αγρότες καλούνται να λύσουν μια δύσκολη εξίσωση με τρεις μεταβλητές, μια άσκηση επιβίωσης και βιωσιμότητας:

Πρώτον, πρέπει να ζήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους από τη δουλειά τους στη γη – δηλαδή, πρέπει οι καλλιέργειες να είναι οικονομικά αποδοτικές.

Δεύτερον, οφείλουν να μην εξαντλούν τους φυσικούς πόρους και να μην καταστρέφουν το περιβάλλον με επιβλαβείς τεχνικές. Τρίτον, να συμβάλουν μέσα από την παραγωγή τους στις διατροφικές ανάγκες της κοινωνίας. Και όλα αυτά, ενώ παρεμβάλλονται αστάθμητοι παράγοντες και μείζονες διεθνείς κρίσεις που καθιστούν ακόμη πιο περίπλοκη την κατάσταση: Η πανδημία, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Λωρίδα της Γάζας.

Επιπλέον, μια μεγάλη απειλή για τον Ευρωπαίο αγρότη προέρχεται από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με τις μαζικές εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων από χώρες εκτός ΕΕ, όπου οι συνάδελφοί τους καλλιεργούν χωρίς τους «πράσινους» περιορισμούς των Βρυξελλών. Πρόκειται για εισαγωγές ουσιαστικά ανεξέλεγκτες, που στρεβλώνουν την αγορά και δεν τηρούν προδιαγραφές αναγκαίες για την ποιότητα των τροφίμων και την υγεία των καταναλωτών. Η ανάγκη για ένα νέο, αυστηρό πλαίσιο στις εισαγωγές είναι πλέον επείγουσα.

Η τελευταία τροποποίηση της ΚΑΠ συνιστά κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση. Ήταν, όμως, απλώς ένα βήμα και όχι η τομή που θα αντιμετώπιζε ριζικά τα προβλήματα των αγροτών στην ΕΕ. Αναμφίβολα, υπήρξε πρόοδος σε ζητήματα που ανέδειξε η Ελλάδα στο Συμβούλιο υπουργών Γεωργίας: Η εισαγωγή μιας γενικής διάταξης, η οποία επιτρέπει στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της ΕΕ να χορηγούν, στοχευμένα και προσωρινά, ορισμένες παρεκκλίσεις από συγκεκριμένες απαιτήσεις των όρων της ΚΑΠ, σε περιπτώσεις όπως ακραία καιρικά φαινόμενα, είναι εξαιρετικά σημαντική για τη χώρα μας.

Το ίδιο και η εξαίρεση από ελέγχους και κυρώσεις για τις μικρές εκμεταλλεύσεις, σε καλλιεργούμενες εκτάσεις κάτω των 100 στρεμμάτων.

Τι προωθεί η κυβέρνηση

Η ελληνική κυβέρνηση προωθεί τρεις κρίσιμης σημασίας διατάξεις, ζητώντας να ενσωματωθούν στην ΚΑΠ. Πρόκειται για:

1) Τη διάθεση του 2% από τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΚΑΠ για την αντιμετώπιση κλιματικών κρίσεων, με μέτρα έκτακτης στήριξης έπειτα από κλιματικές καταστροφές.

2) Την παραχώρηση στα κράτη-μέλη της ευχέρειας να μεταφέρουν πόρους, είτε ανάμεσα στους δύο Πυλώνες της ΚΑΠ (επιδοτήσεις στήριξης και ανάπτυξη), είτε από έτος σε έτος.

3) Την ευελιξία στην εφαρμογή (και τις ενδεχόμενες αποκλίσεις) των λεγόμενων Οικολογικών Σχημάτων.

Τα αιτήματα των Ελλήνων αγροτών μπορεί και πρέπει να λειτουργήσουν ως τροχιοδεικτικά για τις διορθώσεις στον γενικότερο προσανατολισμό της ΚΑΠ. Γι’ αυτό, απαιτούνται διακρατικές συνέργειες και συμμαχίες: Αν δεν υιοθετηθούν νέες, τολμηρές πολιτικές, κάθε κράτος-μέλος θα συνεχίσει να μην απορροφά πλήρως τους πόρους που αναλογούν στους παραγωγούς της χώρας.

Είναι ανάγκη να ενισχύσουμε και να διευρύνουμε την ΚΑΠ, όχι να την εγκαταλείψουμε. Οφείλουμε να εξειδικεύουμε και να προσαρμόζουμε διαρκώς το πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής, ακριβώς επειδή ο αγροτικός τομέας είναι εκτεθειμένος σε εξωγενείς κρίσεις και τελεί υπό συνεχή μεταβολή. Χωρίς να ξεχνάμε ποτέ ότι η ΚΑΠ διασφαλίζει την παραγωγική επάρκεια σε προϊόντα υψηλής ποιότητας, από τα οποία εξαρτάται η διατροφή 450 εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών.