Ελαιόλαδο: Σε συνθήκες ηρεμίας συνεχίζει η εμπορική περίοδος

Συνθήκες ηρεμίας χαρακτηρίζουν τον ελαιοκομικό τομέα, με τις τιμές παραγωγού να κρατούν ένα σχετικά σταθερό επίπεδο τους τελευταίους μήνες. Η συγκομιδή του ελαιοκάρπου έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί καθώς απομένουν μόνο ορισμένες όψιμες περιοχές όπου ακόμη μαζεύουν, με την χρονιά από άποψη όγκων να χαρακτηρίζεται μέτρια και με την παρουσία αρκετών ζητημάτων ποιότητας να ταλαιπωρούν σημαντικά παραγωγικά κέντρα.
Οι εκτιμήσεις για τις φετινές ποσότητες ελαιολάδου φαίνεται πως περιορίζονται στους περίπου 200.000 τόνους, «ίσως κάτι λιγότερο από πέρυσι, όχι όμως κατά πολύ λιγότερο» όπως εκτίμησε, μιλώντας στην «ΥΧ», ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Ελαιολάδου (ΕΔΟΕ), Μανώλης Γιαννούλης. Σύμφωνα με όσα σχολίασε, οι εκτιμώμενες ποσότητες δείχνουν μία μέτρια παραγωγικά χρονιά, η οποία συνοδεύτηκε από αρκετά ποιοτικά προβλήματα λόγω των μυκητολογικών προσβολών (κυρίως γλοιοσπόριο) σε σημαντικά παραγωγικά κέντρα. «Σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μία καλή χρονιά» υποστήριξε, χαρακτηρίζοντάς την μάλλον ουδέτερη, απουσία διακυμάνσεων στην αγορά, ενώ εμφανή είναι τα ζητήματα ποιότητας. «Βεβαίως έχουν βγει και εξαιρετικά λάδια» διευκρινίζει, αναφέροντας παράλληλα, ότι υπάρχουν και πολλά με προβλήματα.
Κρατούν οι τιμές για το εξαιρετικό παρθένο
Πάντως, αυτό που φαίνεται να επικρατεί, σύμφωνα με την εικόνα που μεταφέρει ο κ. Γιαννούλης, είναι η σχετική σταθερότητα στις τιμές εδώ και αρκετό καιρό, με τους παραγωγούς να πληρώνονται μεταξύ 4,5 και 5,5 ευρώ για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, αναλόγως, βέβαια, των οργανοληπτικών του χαρακτηριστικών. «Η ζήτηση από το εξωτερικό είναι ομαλή, δεν είναι ούτε έντονη, ούτε απούσα» επεσήμανε, εξηγώντας ότι η τυποποίηση βρίσκει το προϊόν που χρειάζεται για να καλύψει τις ανάγκες της για την εσωτερική αγορά και τις εξαγωγές, ενώ και η Ιταλία, ως βασικός πελάτης του εξωτερικού, «αγοράζει όποτε χρειάζεται», συμπληρώνει χαρακτηριστικά. Ερωτηθείς για το εάν διαφαίνεται κάτι ως προς τις τιμές, εκτίμησε ότι δεν αναμένονται σημαντικές αλλαγές για το επόμενο δίμηνο- τρίμηνο, εφόσον βεβαίως δεν υπάρξει κάποιος παράγοντας που θα διαταράξει τις συνθήκες.
Οι κρίσιμοι μήνες Μάρτιος και Ιούνιος
«Όλος ο τομέας -όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς- γνωρίζει ότι υπάρχουν επαρκή αποθέματα μέχρι την επόμενη ελαιοκομική περίοδο, τον επόμενο Νοέμβριο δηλαδή» επεσήμανε, προσθέτοντας ότι τα επόμενα ορόσημα είναι αφενός στα μέσα, περίπου, του Μαρτίου, οπότε και θα ανακοινωθούν οι ισπανικές επιδόσεις -συμπεριλαμβανομένου του Φεβρουαρίου- και αφετέρου οι καθοριστικοί Μάιος και Ιούνιος -ιδιαίτερα προς το τέλος Ιουνίου, οπότε και θα φανεί η πρώτη αξιόπιστη εικόνα για την ερχόμενη παραγωγή.
«Τα νέα της Ισπανίας, που θα έχουμε σε 15-20 ημέρες από τώρα, θα μας επιτρέψουν να κάνουμε μία εκτίμηση των τελικών αποθεμάτων και τις προβλέψεις για το πως θα κινηθεί το κομμάτι των τιμών, σε σχέση, πάντα, με την κατανάλωση» εξήγησε. Αναφερθείς, ωστόσο, στην ισπανική παραγωγή σχολίασε ότι η χώρα της Ιβηρικής φαίνεται ότι θα κινηθεί πλησιέστερα στους 1,25 με 1,3 εκατ. τόνους, σαφώς απομακρυνόμενη από τις αρχικές εκτιμήσεις, πέρυσι τον Μάιο, για 1,7 εκατ. τόνους ελαιολάδου, γεγονός που επιτρέπει και στις τιμές να διατηρούν αυτό το επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, οι ενδείξεις του Ιουνίου-Ιουλίου είναι εκείνες που θα έχουν τον όποιο αντίκτυπο στις τιμές, εάν, για παράδειγμα, δείξουν σημάδια ότι όλη η Μεσόγειος οδεύει προς μία μεγάλη παραγωγή, όπως εξήγησε, οπότε και θα υπάρξει μία πίεση στις τιμές.
Τέλος, ερωτηθείς για την εγχώρια παραγωγή της επόμενης περιόδου ανέφερε μία κατ’ αρχήν αισιοδοξία λόγω των εξαιρετικών φετινών βροχοπτώσεων. Σημείωσε, όμως, την απουσία κρύου που χρειάζεται η ελιά και υπογράμμισε το κρίσιμο του διαστήματος Μαΐου-Ιουνίου, οπότε οι καιρικές συνθήκες θα πρέπει να είναι ευνοϊκές για την εξέλιξη της ανθοφορίας και της καρπόδεσης.









